Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015



Μέρος Α!
Οι καιροί δεν είναι δύσκολοι, όχι με τόση πολυτέλεια γύρω μας. Η αλλοτρίωση μας αναδύει σαπίλα. Ίσως, για αυτό και ο πόλεμος δεν μας ξενίζει πλέον.
Γύπες παντού πετούν, αλλά ούτε αυτούς φοβάμαι ή με παραξενεύουν.
Με παραξενεύει πολύ ότι το σκοτάδι απλώνεται σαν δίχτυ πεπρωμένου στον μαρασμό της αρετής. Κατ' επίφαση φιλόσοφοι αιώνες τώρα. Ψευδό-Σωκράτες και Τειρεσίες. Όπου και να γυρίσω την καρδιά μου βλέπω φαυλότητες. Άνθρωποι μπερδεμένοι να κινούνται μακριά από καθετί που συνάδει λογική, ενώ την επικαλούνται σε νόρμες δικές τους. Ξοδεύονται οι ανάσες τους ......
Όμορφα λόγια, σε όμορφα περιτυλίγματα. Ξοδεμένοι πόθοι σε ξοδεμένες ζωές.
Απένταροι οι χρόνοι. Τι να γεννήσουν λοιπόν; Μέλλον; Αγάπες; Ήρωες; Πειρατές σαν τον Ιωάννη Βαρβάκη. Φωνάζω ονόματα και τους βρίσκω γύρω μου σε παιδικούς σταθμούς για "ενήλικες" 
Περπατώ προς έναν τάφο και συναντώ εκείνους που έπεσαν για την πατρίδα. Νιώθω ντροπή και μοναξιά. Η πατρίδα μου ερήμωσε από Πατριώτες και γέμισε facebook και PR και λάγνους έρωτες και καουμπόισσες και πριγκιπέσσες. Δεν ξεπήδησαν από κανένα παραμύθι ή ιστορία του Παραδόξου.

Μέρος Β!
Χθες το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο. Το είπα πριν το γράψω εδώ σε δύο φίλες ψυχικές μου. Είδα ότι πετούσα για το εξωτερικό και μέσα στο διάδρομο επιβίβασης, στη φυσούνα που οδηγούσε στο σώμα του αεροπλάνου πετούσε πανικόβλητη μια τεράστια κατάλευκη κουκουβάγια. Όλοι πανικοβλήθηκαν και εγώ, δεν ξέρω γιατί, την ώρα που ερχόταν καταπάνω μου με τα γαμψά της νύχια την πιάνω από τα πόδια. Η κουκουβάγια κατέβασε τα τεράστια φτερά της και δεν με χτύπησε να με κομματιάσει στο πρόσωπο με το φονικό της ράμφος. Την οδήγησα έξω στον ουρανό και πέταξε μακριά. Ελεύθερη. Σιωπή παντού και τα βλέμματα όλων με κακία που τόλμησα να έχω θάρρος να την πιάσω.
Ο χρόνος του ονείρου συμπιέστηκε. Το ταξίδι δεν είχε ονειρικό συμβολισμό. Γυρνούσα Ελλάδα πάλι και όταν βγήκα από το αεροδρόμιο, τότε κοίταξα ένα τεράστιο λευκό πουλί, να πετάει κατευθείαν προς το μέρος μου από τον ανοιχτό ουρανό. Δεν διέκρινα ποιο ήταν γιατί σκέπαζε το φως τη μορφή του. Αυτό το κατάλευκο πουλί ήρθε και έκατσε πάνω στο δεξί μου ώμο. Ήρεμο.
Ήταν η κατάλευκη κουκουβάγια. Ήρεμη και Ακλόνητη στο δεξί μου ώμο ήταν σαν δήλωνε σ΄ όλους που μας έβλεπαν. Για πάντα Μαζί.

Μέρος Γ!
Εύχομαι να κοιμηθώ απόψε χωρίς να ονειρευτώ ουρανούς και ταξίδια. Εύχομαι να κοιμηθώ ήρεμη μέσα στο άχρονο. Εκεί δεν υπάρχει ιστορία με αρχή και τέλος.
Δεν υπάρχουν ευτυχίες και αποτυχίες και ματαιώσεις και ψευτιά.
Υπάρχει μόνο απλότητα και η μυρωδιά της αγάπης.


2 σχόλια:

  1. Κι όμως, όταν ζεις στο όνειρο, ζεις πραγματικά. Αλλοιώς βυθίζεσαι σε μια φθαρμένη και φθοροποιό πραγματικότητα.
    Υπέροχο, Ερατίνα. Άσε την ομορφιά να κυλά μέσα σου ως όνειρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

    ΑπάντησηΔιαγραφή