Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Κάθε πρωί περίμενε στην αποβάθρα το τρένο των 7:50 για να την πάει στο γραφείο της.  Κάθε μέρα το ίδιο δρομολόγιο, που ενώ το βαριόταν θανάσιμα ήταν και το μόνο που της έδινε μια σταθερή πορεία.  Δεν ήταν ο τύπος των ανατροπών εκείνη, αλλά αυτές οι άτιμες οι ανατροπές πάντα την ακολουθούσαν συνέχεια και της έκαναν τη ζωή άνω κάτω.    
          Κάθε πρωί, μια σιωπή ξημέρωνε μέσα της και την τράβαγε με το ζόρι να σηκώσει το σώμα της, έτσι μολυβένιο από την κούραση και τη βαρεμάρα και μ΄ αυτήν έφτανε με αργό βήμα στον καθρέφτη της. Με ένα άδειο βλέμμα, ατροφικό από όνειρα, μιλούσε στο αγνώριστο είδωλο του χρόνου λες και ήταν το μόνο που ήξερε ότι θα πάρει από αυτό τουλάχιστον μιαν αλήθεια.  Δυσεύρετη η αλήθεια στη ζωή.  Καμιά φορά, την έπιανε πανικός όταν καταλάβαινε ότι οι ρυτίδες ήταν αναπόφευκτες γρατζουνιές του χρόνου επάνω της, παρόλο που δεν πονούσε.  Πονούν τα άδοξα περάσματα του χρόνου στη σάρκα, αλλά κυρίως, στην ψυχή. Πονούν αυτά τα άδοξα στη ζωή που κυλούν σαν ποτάμι λάβας και τα καρβουνιάζουν όλα στο πέρασμά τους. Αυτά σκεφτόταν μέχρι που έκλεινε την πόρτα πίσω της για να φύγει.  Να φύγει για το συγκεκριμένο προορισμό της και όχι για το πουθενά…..
Τι γοητεία έχει το ταξίδι χωρίς προορισμό!

          Έπιανε μια θέση δίπλα στο παράθυρο ανάποδα στην κατεύθυνση του συρμού του τρένου.  Έβλεπε πιο καλά έτσι τις εικόνες στην διαδρομή της να απομακρύνονται στην καθημερινότητα.  Έφευγαν, όχι πίσω της, αλλά μπροστά της και χάνονταν στο πέρασμα.  Της άρεσε λοιπόν αυτό και ήταν μια ζαβολιά που έκανε στη Μοίρα της.  Να προσπερνά τις στιγμές της κινηματογραφικά!  Γιατί όχι!
          Μια μέρα, η διαδρομή έγινε διαφορετική.  Πρόσεξε ότι στη συγκεκριμένη σειρά θέσης και βαγονιού καθόταν εκείνος.  Ήταν η τρίτη φορά που τον συναντούσε εκεί.  Σκέφτηκε ότι ευτυχώς δεν ήταν η μόνη που κρατούσε σχεδόν εμμονικά μια συγκεκριμένη θέση στο βαγόνι.  Η θέση του ήταν δίπλα στο παράθυρο ακριβώς απέναντί της.  Μια ματιά του και ήταν σαν ένα Καλημέρα που της το προσέφερε σαν ανθοδέσμη.  Τα μαύρα του ίσια μαλλιά γυάλιζαν όταν έπεφτε ο ήλιος επάνω τους και ναι ήταν γοητευτικά τα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του. Της φάνηκε ότι της μιλούσε αλλά δεν της μιλούσε πραγματικά.  Έβαλε τα γυαλιά της να μην προδοθεί και γίνει ρεζίλι. «Ω  Θεέ μου τι αμηχανία» και πνίγοντας το κοίταγμα σε μια επιμελημένη αδιαφορία έπιανε τη θέση της, που ως δια μαγείας την περίμενε.
          Η επόμενη φορά άρχισε να έχει την αδημονία της συνάντησης. Έτρεχε να μη χάσει το τρένο των 7:50 και δεν τον βρει.  Έκλεινε την πόρτα βιαστικά και κλείδωνε και τον άσπλαχνο καθρέφτη πίσω της.  Όλα ήταν τόσο ελαφριά πάνω της λες και δεν είχε τίποτα από όσα την κούραζαν και εκείνη η σιωπή, που σκέπαζε σαν ομίχλη πνιγερή το ξημέρωμα, τώρα, συναντήθηκε μ’ ένα τιτίβισμα ενός σπουργιτιού στα πρώτα βήματα του χειμώνα.    
          Δεν μιλούσαν και τα βλέμματα άρχισαν να γίνονται δειλά.  Υπήρχε όμως εκείνος ο απίστευτος μαγνητισμός που δεν τους άφηνε σε ησυχία.  Κοιταζόντουσαν μέσα από την αντανάκλαση του παραθύρου.  Πάλι ένας «καθρέφτης» μιλούσε για αυτούς.  Κάθε φορά, που τα βλέμματά τους συναντιόντουσαν, έπεφταν αμήχανες οι στιγμές και τσάκιζαν τη διαδρομή.  Ρωγμές στα δάχτυλα, στις φλέβες και πάλι το παράθυρο να αποτυπώνει  τις φιγούρες τους για να σώσει την κατάσταση.  Τότε, έκαναν μια νοερή συμφωνία.  Κάθε φορά που θα κοιτούσε εκείνη έξω στο τοπίο της διαδρομής, που απλωνόταν σαν πεδιάδα ονείρων, εκείνος θα μπορούσε να τρέξει το βλέμμα του πάνω της: στα μάτια της, στα χείλη της στο λαιμό της.  Να παρατηρεί την κάθε φλέβα σ΄ αυτόν τον λευκό λαιμό της.  Πιο εύκολα άλλωστε έτσι, καθώς δύο άγνωστοι είναι και  δεν έπρεπε να παραβιαστούν με τίποτα τα όρια της καλά ασφαλισμένης ζωής τους. Δύο άγνωστοι λοιπόν που δεν θα πουν ποτέ την ιστορία τους ούτε καν τα ονόματά τους, γιατί δεν χρειάζεται, σ΄ αυτήν τη ρωγμή της διαδρομής τους, να έχουν ταυτότητα ο ένας για τον άλλον.  Το αναπάντεχο δεν χρειάζεται διηγήσεις μόνο [το νοιώθω] δύο ανθρώπων που αγγίζονται με σκέψεις.
          Είναι η μόνη φορά που η σιωπή,  που την φυλάκιζε κάθε πρωί σε αργό βήμα υπαρξιακού θανάτου, λατρεύτηκε από εκείνη…..


[Μια απλή διαδρομή, μια τυχαία συνάντηση χωρίς ιστορία.] 

Κυριακή, 23 Νοεμβρίου 2014

   Το να πλέκεις παραμύθι με κλωστές αόρατες και ούτε καν με λέξεις δεν είναι εύκολο πράγμα.  Είναι μια μαγεία που μόνο μυημένοι στην κατεργαριά μπορούν να το αντέξουν.

     Κατεργάρα ή σκάνδαλη μπορείς να με πεις ή όπως θέλεις, αλλά όχι ψεύτρα.  Μισώ τα ψέματα γιατί είναι φτηνά και άσπλαχνα.  Το παραμύθι είναι η ψυχή σου, είναι η ψυχή μου. Το παραμύθι είναι μια ιστορία με Αρχή οπωσδήποτε και ένα Τέλος εύπλαστο, αναλόγως του ψυχισμού σου.  Πετάς μια σκέψη  στο νερό - ας πούμε - και αυτή βυθίζεται στην άβυσσο και χτίζει παλάτια.  Εκεί, κατοικούν οι εφιάλτες και οι ενοχές. Οι δε θησαυροί σου φυλάσσονται από περίεργα χωρίς καρδιά πλάσματα.  Τα όνειρα έχουν άλλον προορισμό.  Αυτά κουρνιάζουν σε φτερά αγγέλων που χτίζουν τις φωλιές τους σε δάση που ζουν ξωτικά και νεράιδες και όλου του κόσμου τα αθώα πλάσματα που σκότωσαν οι πλάνες. Το όνειρο δεν είναι πλάνη, όπως καταλαβαίνεις, αλλά ευχή.  Ευχή να παραμείνεις αμόλυντη ύπαρξη από την κάθοδό σου στον Άδη.  Ψάχνεις λάγνο θάνατο σαν πεινασμένη καταστροφή, ένα σαρκοβόρο ηδονής και τρίβεσαι πάνω σε αγκαλιές με λέπια.

     Το να πλέκεις παραμύθι,  από τις φλέβες του μυαλού με αόρατες κλωστές, ανύπαρκτες σχεδόν,  είναι πολύ επώδυνο ξέρεις και θέλει γενναιότητα να μεταγγίσεις κόσμους σε άδεια από γενναιότητα κορμιά.  Είναι επώδυνο, γιατί κάθε φορά μια φλέβα σπάει και χάνεται ψυχικό ρευστό σε ποτάμια που χύνονται σε αβύσσους.

     Είναι προορισμός, του παραμυθιού να σε μεταμορφώσει σε έναν πανέμορφο ρόλο, να σε μυήσει στην αλήθεια σου που την γεμίζεις συνέχεια με δικαιολογίες και αφορισμούς. Είναι μύηση το παραμύθι και ιέρειες οι υφάντρες του.  Είναι το ταξίδι που θα κάνεις από παιδί μέχρι τη δύση της ζωής σου.  Σου γεμίζει το κοφίνι σου με ταΐσματα για να μην πεινάς. Σε ντύνει με ρούχα  ζεστά αν και όχι πάντα αστραφτερά, για να γίνεις ένας υπέροχος άνθρωπος ή ένα λυτρωτικό τέλος.

Κόκκινη κλωστή δεμένη
στην ανέμη τυλιγμένη.
Δωσ’  της κλώτσο να γυρίσει
Παραμύθι ν’  αρχινήσει!






Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

Περί έρωτος {μου} ή σωκρατικά περί ερώτησής {σου}
Απάντηση: Θα σου πω ως ερωτευμένη για τον έρωτα:.... ερωτεύομαι πάντα τον άνθρωπο όχι τον αέρα του έρωτα, πεινάω για συγκεκριμένη στοργή και όχι για απλώματα βλεμμάτων πάνω μου, θα γράψω πολλές γραμμές από άχαρες λέξεις, (άντε να πω ψωνίστικα "ποιήματα"), θα μεταμορφωθώ σ΄ ό,τι ζώο και ηρωίδα με θέλω για να μην γκρεμιστώ και κυρίως να μην γκρεμιστούν οι άνθρωποι που εκτιμώ και αγαπάω, δηλαδή, ακόμα και Μαλφάντα θα γίνω στα μάτια τους, μόνο και μόνο για να τους δώσω το {άλλοθι} στην πίκρα που νοιώθουν. Θα σου πω ότι είμαι πολύ θνητή και εναλλασσόμενη σαν ηλεκτρικό ρεύμα.... ή σκοτώνω ή ανασταίνω, αλλά πάντα ως ερωτευμένη σου γράφω.
και .....
Ο Έρωτας για τον Σωκράτη είναι Ερώτηση.....
σ΄ ερωτώ, σε θέλω, σε κατέχω {γνώση}.
Μοναδικά και με {.}

Κυριακή, 16 Νοεμβρίου 2014

Δεν θα 'χεις ούτε μια σταγόνα από μελάνι από μένα.
Λέξεις έφυγαν σαν χελιδόνια να σε βρουν,
αν και ξέρουν
ότι θα πεθάνουν στο βορρά σου.
Τώρα, σταλακτίτες γέμισαν τα πνευμόνια σου
και όσο και να σε φιλούν να παραμένεις πρίγκιπας
βάτραχος ξημερώνεις.
Τους καθρέφτες τους έσπασα από καιρό
σπασμένα κομματάκια ολούθε
και τώρα πια βλέπω χωρίς αυτούς.
Κάθε ξημέρωμα στα γόνατά μου
ακουμπάς το φιλί που μαζεύεις με μαγεία.
Τα χελιδόνια έφυγαν για το βορρά
αν και ξέρουν ότι θα πεθάνουν.
Δεν θα 'χεις ούτε μια σταγόνα από μελάνι από μένα
με δάκρυ γράφω.
[Στ. Θ]

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Όπως η ομίχλη έχει πέσει στη ζωή μου
Χαθήκαμε σ΄ ένα σταυροδρόμι
Από τότε…. αδέσποτη καρδιά
Φτιάχνω παραμύθια
Για ταξιδευτές

Γονατισμένο φεγγάρι
Θυμωμένο κύμα
Ήλιος [μοναχικός] μου
Σου γράφω ποίημα
Να το κάψω σε μάγια
Να το δώσω στο δειλινό
Να το πιείς να ξεδιψάσεις
Στοργή.

Κλείνω τα μάτια μου
και η ομίχλη ρουφάει τα όνειρα
που έκλεψα από ένα αγόρι.
Του είπα ψέματα
ότι τον αγαπώ
και εκείνο μου έδωσε
την κέρινη καρδιά του

Γδέρνεται το πετσί μου
από ά-πνοες ανάσες.
και κρατώ  την παλάμη σου
σαν βρέφος ανυπεράσπιστο
στην καταιγίδα
και ρωτάς
γιατί ακόμα κρατώ
την κέρινη καρδιά του
την κέρινη καρδιά του.

Θάλασσα με αποκαλείς….
Ταξιδευτή που ήρθες
να με πάρεις,
κράτα με γερά να
μην χαθώ στη γη σου
που συντρίβει τα σπλάχνα μου.
Τόξο το κορμί
τρέχει ποτάμι ηδονής
και σπάει η κέρινη καρδιά
σε χίλια θραύσματα
σκόνη μνήμης.


Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Μάτια με σιωπή..

Φόβοι απλώθηκαν!
Πάγωσαν το αίμα.
Αγάπη σε φοβήθηκα!
Τριαντάφυλλο με αγκάθια.
Άστρο απόμακρο….
Πλανεμένο όνειρο,
του πάθους δίψα.
Τον χρόνο τον κυλώ,
Το ίχνος μου το σβήνω…
Μη με ακολουθήσει η ενοχή,
που στα μάτια μου η σιωπή
προσπαθεί τη λάμψη σου
να σβήσει...
και έτσι σε φιλώ... τυφλά!


Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

Να τολμάς να καις σελίδες πάνω σε μια ζωή άκυρη. Nα ζεσταίνεις την ψυχή με ματωμένα ποιήματα και να μην μπορείς να ψελλίσεις  το όνομά της.  Ενώ, να τσαλακώνονται οι στιγμές της και εσύ να μεθάς λύπη που σε ποτίζουν τα ξενύχτια σου.  Να τολμάς να καις στιγμές της σε μια ζωή άκυρη και η τελεία να πέφτει σαν μουτζούρα από σινική μελάνη πάνω σε υποσημειώσεις ενός κεφαλαίου σαν μυθιστόρημα.  Ήθελες να της γράψεις πάλι σ΄ αγαπώ, αλλά η παραγγελιά της ήταν να μην το κάνεις.  Έπεσε σαν μουτζούρα η τελεία πάνω στα τσαλακωμένα δάκρυα....  Ξέρεις ποτέ δεν διαβάζεται καθαρά η Αρχή, οπότε, το Τέλος γκρεμίζεται στην ιστορία αυτή.  Αύριο, ένα ξημέρωμα θα τραφεί από τα ψίχουλα των ονείρων.  Ο πόλεμος είναι πάντα μισητός στα σπλάχνα μου, αλλά και πάλι πως να ζω σε μια γονατισμένη ελπίδα; 

Να τολμάς να καις το [σ΄  αγαπώ] και  η φωτιά να φωτίζει το δρόμο το βράδυ.  Στις πόλεις υπάρχουν πολλά φώτα, αλλά δεν βλέπεις παρά βιτρίνες.  Η αγάπη δεν πουλιέται, δεν θαυμάζεται, δεν αποθηκεύεται σε ένα μήνυμα κινητού.  Την πίνεις και αυτή κυλά στην καρωτίδα σου σαν ποτάμι.  Η αγάπη δεν κρεμιέται  σε πλούσιες ντουλάπες. Η αγάπη κουρνιάζει στα γόνατά σου τα ματωμένα και τα ξεπλένει από τη σκόνη και το αίμα.
Η αγάπη είναι απάντηση…..

-Θα με σηκώσεις άμα πέσω χαμηλά;
-Ναι


[.]

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

Οι άνθρωποι περισσεύουν στο ίδιο τους το πετσί.  Δεν είναι χορτάτοι. Κορεσμένοι  είναι από πληθώρα [τίποτα] που γεμίζουν την αλαζονεία τους.  Ναι. περισσεύουν.  Ελάχιστοι ξέρουν τι είναι να είναι αδειανή η ζωή τους από το κατασπάραγμα αυτό.  Κάθονται σιωπηλές σκιές και κοιτούν τον ουρανό και ίσως, να ζητούν αυτό το κάτι.  Αυτό το [κάτι] που θα τους ντύσει αγάπη, συμπόνια, ανθρωπιά..... απλά στοργή.  Οι άνθρωποι περισσεύουν στο πετσί τους, δεν χωρούν, δεν βρίσκουν, δεν μπορούν να νοιώσουν [τίποτα].  Είναι οι ίδιοι ένα Τίποτα.  Μια μαύρη τρύπα στο Σύμπαν που λέγεται Άνθρωπος. 



[Αφηρημένες σκέψεις]