Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Στα ευρετήρια να ψάχνω να βρω σπασμένα χαμόγελα και λέξεις γεμάτες δύναμη και στοργή. Πεινασμένη πάντα. Αδέσποτη στους δρόμους με τους κανόνες και τα σήματα. Σκοντάφτω πάνω σε μια πέτρα και έτσι στα χαμηλά που είμαι, βλέπω ένα μικρό λουλουδάκι, χωρίς όνομα, να υπάρχει. Σε λίγο θα ποδοπατηθεί απο τις διαδρομές αυτών που έχουν προορισμούς και προσδιορισμούς......., αλλά πρόλαβα να το γνωρίσω πριν χαθεί για πάντα.

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Να έχεις μιλήσει με μια χούφτα ανθρώπους γιατί έχεις παλάμη εξουσίας.  Να έχεις πιει
κιλά ρετσίνας σε καρνάγια ξεχασμένα, με κάτι κουφάρια πλοίων να στέκονται στην αγκαλιά πυρωμένων φεγγαριών και δακρύων.  Να έχεις ακουμπήσει την ανάσα σου πάνω σε τόσα στήθη φουσκωμένα, γεμάτα ηδονή να σε ταΐσουν και ρόγες σαν κεράσια στο στόμα σου, να σου θυμίζουν καλοκαίρια γυμνά από ό,τι περιττό πνίγει το σώμα. Να στέκεσαι στο σκοτάδι που σιωπά ενοχή και μυστικά.  Να περπατάς κάτω από έναν ήλιο μονάχο και καταραμένο από αγάπη…..
Και να μην μπορείς να φωνάξεις το όνομά της, λες και η κατάρα ξαναγυρίσει στη ζωή σου.  Σαν τον ήλιο να λάμπεις δόξα, αλλά εκεί, μοιραία να στέκεσαι, χωρίς πόδια να τρέξεις κοντά της, χωρίς πνοή να πνίγεσαι από τις λέξεις που στέκονται στο λαρύγγι, χωρίς χείλη να την φιλήσεις που ματώνουν από τον άνεμο το στεγνό από δάκρυα χαράς και λύπης. Το κλάμα ενός μωρού να σκίζει το στέρνο σου και χιλιάδες σταγόνες να κυλούν από τους μεσημβρινούς των καρπών σου.  Έτσι, να στέκεσαι στον ουρανό σου, ενώ, τα πουλιά να φεύγουν για το Νότο της. Η αυλαία κλείνει όταν το έργο σβήνει σε μια υπόσχεση ή σε μια τραγωδία και ο προβολέας αργοσβήνει στο κλείσιμο της παράστασης που δεν ήταν ψέμα, αλλά μια διήγηση ή μια προφητεία.



Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Θα σου πω κάτι.
Προσωπικά δεν πιστεύω ότι κάποιοι άνθρωποι αλλάζουν.  Ζυμώνονται και αποκτούν περισσότερους κάλους.  Μόνο το λέπι του ψαριού δεν έχουν επάνω τους, κατά τα άλλα μια χαρά κολυμπούν στους βάλτους τους. 
Νομίζεις ότι πνίγονται. Τους ακούς να φωνάζουν έλεος, αλλά εσένα θέλουν να τραβήξουν στην κοιλιά του θηρίου που ζουν.  Τρέφονται σαν παράσιτα από ό,τι αυτό καταβροχθίσει.
Προσωπικά, δεν τους πιστεύω όταν αλαλάζουν  Λ ύ τ ρ ω σ η.  Ιδίως, όταν κοσμούνται αρώματα φτηνής σάρκας.  Πλένονται βεβαίως σαν παστρικιές για τον επόμενο πελάτη τους.  Έχει πελατεία μεγάλη η υπόσχεση και η ελπίδα τους. Έστω, και αν κάθονται ξεχαρβαλωμένες  κούκλες στη βιτρίνα που περνάς να ψωνίσεις μέλλον.
Θα σου πω και κάτι ακόμα.
Τη βία, που μισούν, την έχουν μέσα τους.  Τα μάτια τους είναι γεμάτα γλυκές στάλες, λες και είναι από ζαχαροπλάστη καμωμένα.  Κάποια ψευδοφάρμακα την ίδια γεύση έχουν.  Σε κάνουν να ευφραίνεσαι από νίκη για λίγο.  Δεν διαρκούν για πολύ, ούτε σκοτώνουν το μικρόβιο.
Προσωπικά, δεν ξέρω να υπάρχει κάτι αληθινά αγνό εκεί έξω, εκτός από τον τελευταίο κύκνο που είδα να πνίγεται στην απελπισία, έτσι, όπως ήταν δεμένος στα πόδια του βάλτου.  Νομίζω έγινε παραμύθι πια, μια ιστορία λυπημένη που αγαπούν τα πιτσιρίκια.  Τον άκουσα ικετικά να παρακαλά να ακούσουμε  το τελευταίο του τραγούδι, αλλά η φωνή του απόκοσμη, αντίθετα με το πόσο πανέμορφο πλάσμα ήταν.   Ικέτευε εκείνος να λυτρωθεί, αλλά ποιος να μπει στην κοιλιά του κήτους να τον σώσει;  Δεν ξέρω τελικά….  Ένας κόσμος-πλήθος να τον κοιτά να αφήνεται στη μοίρα της θυσίας. Ναι θυσία ήταν.  Μεγάλο ξεβόλεμα ο ηρωισμός στην καρδιά και μα την αλήθεια όλοι τον βάλτο κοιτούν με εκστασιασμό.  Εκεί, είναι και αυτοί που καμώνονται το πνίξιμο τους.
Θα σου πω και κάτι τελευταίο
Μην πας στο βάλτο, στη θάλασσα πήγαινε.  Θα σε περιμένει το ταξίδι σου.  Άπλωσε τις ευχές σου στο χάδι της και απλά φύγε.
Φύγε μακριά από τον βάλτο, το πλήθος, και μη δεις να πεθαίνει ο κύκνος.
Ο θάνατός του είναι τραγούδι…. Άκουσέ τον και φύγε.
Για σένα πεθαίνει!


Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν από ένα απροσδόκητο μήνυμα στο κινητό ξημερώματα, πολύ ξημερώματα.  Νομίζω, με το νέο ωράριο της εποχής μας, ούτε ο κόκορας, αν ζούσα σε χωριό, δεν θα είχε ακόμα λαλήσει.  Έλα όμως που λάλησε ο σεισμός και από σεισμούς, είναι ό,τι πιο δυνατό βιώνω, μετά το αποκορύφωμα των σφυγμών μου στο τελείωμα του «θανάτου». Έτσι μου μοιάζει ο οργασμός μου τουλάχιστον.  Σε κάθε κούνημα της γης, πετάγεται πρώτα η καρδιά να την κάνει προς έξοδο διαφυγής και μετά τα πόδια μου και που να πάρει είναι ασήκωτα όταν το σώμα βρίσκεται σε «ουράνια» όνειρα. Γιατί και εκεί η βαρύτητα υπάρχει και ας λένε ότι όσο ανεβαίνεις ως πνεύμα ελαφρώνεις. Αν έβλεπα εφιάλτες, θαρρώ, ο συντονισμός των οργάνων του σώματος - καρδιάς και ποδιών - θα ήταν σίγουρα πιο καλός.  Άρχισε να κουνάει και εγώ να ψάχνω παντόφλες και ρόμπα να ρίξω στο υπνωτισμένο μου σώμα για να την κάνω σε σημείο «αντισεισμικό».  Έπιασα και τη τσάντα μη μείνω  χωρίς λεφτά και κλειδιά. Τα μυαλά μου δεν με πολύ ενδιέφεραν, άλλωστε, μόνο προβλήματα προκαλούσε η οξύνοια στη ζωή μου.  Η καρδιά μου, δε από καιρό, να είναι ξεκούρδιστη και σε μόνιμο λήθαργο.   Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε το κούνια μπέλα της γης αλλά εμένα μου φάνηκε αιώνας και οι παλμοί μου άρχισαν να τρελαίνονται.  Ο σεισμός σταμάτησε αλλά δεν ηρεμούσε η καρδιά μου.  Αυτή χόρευε σάμπα; μάμπο; τα παπάκια;  δεν ξέρω…. αλλά χτυπούσε δυνατά και απόλυτη ησυχία παντού. Ούτε σκύλος να ουρλιάζει, ούτε αυτοκίνητο να περνά απ΄ έξω στο μουχλιασμένο σκοτάδι.  Ησυχία!  Ξαφνικά, χτυπάει το κινητό και λαμβάνω μήνυμα που λέει «Φοβήθηκες;».  Ήταν μια γνωριμία  σ΄ ένα συνέδριο για το χρόνο και το χάος και καθόμασταν δίπλα δίπλα.  Αυτός πως στο καλό κουνήθηκε; αφού μένει σε άλλη πόλη, να μην πω σε άλλο σύμπαν.  Απάντησα Ναι!
«Κοιμήσου δεν θα γίνει άλλος» γράφει πίσω.  Τι γλυκό καθησυχαστικό, νανουριστικό μήνυμα γράφει ο τύπος.  Πήγα και κουλουριάστηκα στο κρεβάτι γεμάτο λούτρινα κουκλάκια.  Κάποιοι άνθρωποι, ακόμα στην ψυχοσύνθεση, στα λούτρινα μένουν αγκαλιά, ακόμα…..
Σηκώθηκα αργά προς το μεσημέρι. Ευτυχώς ήταν Σάββατο και έτσι δεν έχασα τη διαδρομή: σπίτι-γραφείο-σπίτι και μ΄ ένα σώμα γεμάτο κιλά σκέψεων και βαρετών εικόνων.  Έριξα νερό στο πρόσωπο και η μάσκαρα που είχε απομείνει άρχισε να τρέχει από τα μάτια.  Με κοιτώ στον καθρέφτη και μου φάνηκα μουτζουρωμένη και τραγικά άσχημη.  Ναι άσχημη.  Βρε τι μουτζούρωμα τραβάει η στιγμή.  Αν ήταν εδώ εκείνος θα τον ρωτούσα.  «Φοβάσαι;».  Έχω μια ακαταμάχητη ροπή να εκμηδενίζω τον ηρωισμό των αντρών. 
Μήνυμα ελήφθη.  Τα νερά ακόμα να τρέχουν στο πρόσωπο να ξεπλένουν τη μπογιά και τη νύστα. «Ξύπνησες;».  Τι στο καλό με κάμερα με βλέπει; 
-Ναι μόλις. 
-Ωραία ντύσου και θα έρθω να σε πάρω
-που θα έρθεις;
-σε μία ώρα να είσαι έτοιμη
-μισό, ξέρεις που θα έρθεις;
-για σένα ξέρω τα πάντα…..
Πέταξα τη ρόμπα και χώθηκα στο ντους, γαμώτο μαλλιά να λούσω.
Τα πάντα ξέρει.! Μου φάνηκε τόσο ρομαντικό αυτό.  Να διαβάζει τα μάτια σου και την ιστορία σου στο σώμα σου. Να σε διαβάζει νοερά σαν διήγημα που το απολαμβάνει. Να σε ψάχνει, να σε βρει μέσα στο πλήθος.  Να ξέρει πότε φοβάσαι, πεινάς, κρυώνεις, κλαις βουβά, τρως κρυφά και βουλιμικά τη σοκολάτα στο ψυγείο τη νύχτα.  Στο τελευταίο σημείο, πατάω stop και play back.  Ωχ! να τρώω τη σοκολάτα.  Όχι ποτέ!  Η τρικυμία της καρδιάς δεν είναι για μοιράσματα της ιερής σοκολάτας μου.!  Ποτέ και κάνω delete.
       Η ντουλάπα ανοίγει και ένα χάος, καλά τακτοποιημένων στην κρεμάστρα ρούχων, με αγχώνει τρομερά.  Τι φοράνε τώρα;  Μόλις που ξεμύτισε δειλά η Άνοιξη.
Βάζω ένα κόκκινο φόρεμα.  Γαμώτο πετάει η κοιλίτσα. Το βγάζω.  Επιλέγω ένα floral με ανοικτό ντεκολτέ. Ωχ! άστο, το βγάζω, να μην προκαλέσω κιόλας.  Η ώρα κυλούσε και ακόμα τα μαλλάκια βρεγμένα και είχα να βαφτώ και να επιλέξω άρωμα. Με πιάνω βραχυκυκλωμένη και άρχισα και να κρυώνω. Τι στο καλό, τόσα χρόνια θητείας μοιραίας γυναίκας και ξαφνικά να μην ξέρω πώς να σουλουπωθώ; Το χειρότερο είναι ότι η ώρα δεν μου φτάνει!  Στεγνώνω τα μαλλιά και τα σηκώνω επάνω. Επιλέγω τελικά το μαύρο εφαρμοστό με μανίκια φόρεμα και κλειστό μέχρι επάνω.  Ευτυχώς η κοιλίτσα δε φαίνεται.  Κλειστό εντελώς.  Αρχίζω το βάψιμο. Βάση make up, πούδρα, eye liner, λίγο ρουζ και βυσσινί κραγιόν. Μεγάλη ιεροτελεστία αυτό. Τέλος, βάζω ένα κολιέ μακρύ με πέρλες και τα ασορτί σκουλαρίκια. Πέρλες μεσημεριάτικα;  Τα βγάζω.  Στο τέλος, νιώθω εξαντλημένη από όλο αυτό.  Αλλά, έλα που δεν μπορούσα να πω όχι μην έρθεις.  Κάτι με πήγαινε σε εκείνον… στο λιτό καθησυχαστικό μήνυμά του.
Χτύπησε το κινητό ξανά.  «Είσαι έτοιμη;»
Κοκάλωσαν τα δάχτυλα ξαφνικά.  Έβλεπα το μήνυμα και δεν μπορούσα να καταλάβω τι διάβαζα.  Ωραία, εγκεφαλικό επεισόδιο έπαθα…. Μου φάνηκε πως ψιθύρισα, αλλά δεν άκουσα τη φωνή  μου, γιατί ούτε να μιλήσω μπορούσα.  Κλείδωμα του σώματος. Μαρμάρωσα. Τι έπαθα;  Όλα ακινητοποιήθηκαν μέσα μου και γύρω μου.
Δεύτερο μήνυμα «Φοβάσαι;»
-Φοβάμαι!  Ναι.
-Μην φοβάσαι. Κοίτα θα κάνω ένα γύρο το τετράγωνο. Αν δεν έχεις κατέβει… θα φύγω.
       Περίμενα στην άκρη του πεζοδρομίου αλλά είχε φύγει. Θα περίμενα εκεί κάπου 5 λεπτά. Έφυγε!  Τι δειλή που έγινα……
Περπάτησα μέχρι την άλλη άκρη να πάω να πάρω τσιγάρα από το mini market στη γωνία. Τι δειλή που είμαι. Αυτό φώναζε επαναλαμβανόμενα το μέσα μου. Πολύ θόρυβο κάνει ο εαυτός μας όταν μας μαλώνει!  Ήρθε ολόκληρο ταξίδι για να με δει και εγώ δείλιασα.
Μήνυμα ελήφθη.  «Δεν έφυγα, είμαι εδώ».
       Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και του είπα χωρίς καν να χαμογελάσω, ενώ έλυνα τα μαλλιά μου ελεύθερα.
«Πάρε με από τον φόβο μου.  Μακριά».
Χαμογέλασε και έβαλε μπρος τη μηχανή. Χαθήκαμε στο δρόμο με τις ολάνθιστες αμυγδαλιές. Έτσι μου φάνηκε το τοπίο. Να βρέχει άνθη αμυγδαλιάς και ο φόβος μου….


Τον άφησα κρεμασμένο στην ντουλάπα μαζί με τις πέρλες.







Παρασκευή, 9 Ιανουαρίου 2015



Θα έρθουν χειμώνες και χειμώνες…/
και χτυπά η φλέβα στο λαιμό μου και μεταγγίζω από την καρδιά μου
ό,τι  έχω να γράψω/
η σιωπή είναι παγερή, σαν δράκος με δόντια ακονισμένα
και η φωνή μου…/
δεν βγαίνει από το στόμα, αλλά από τα μάτια/
φθινόπωρα και χειμώνες σου μιλούν…/
πεσμένα φύλλα γυμνών δέντρων οι λέξεις μου/
και να νοιώθω το αίμα να κυλά ζεστά
στην καρωτίδα μου/
και το χάδι του ήλιου….
στην καρωτίδα μου το νοιώθω/
εκεί κοντά, σου λέω κυλά πάντα μια προσευχή για σένα.

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2015

..Δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από την ανάμνηση ημερών ευτυχίας, κατά τα έτη της δυστυχίας μας.
Πως είπες;
...Δεν υπάρχει. Αυτό, καμπάνας άκουσμα στα αυτιά μου είναι.
...Δεν υπάρχει.
Βελούδινος είσαι ώρες, ώρες όταν με σκέφτεσαι και ίσως μετάξι.
σου αρέσει να ερωτεύεσαι τα πολυτελή λόγια και αγκαλιάσματα.
πεινάς; εγώ πάντα! Με τριγυρνά η υπογλυκαιμία των ημερών μας.
....πες μου τι άλλο δεν υπάρχει. Έχω μόνο αυγά και γάλα στο ψυγείο και μια μισοφαγωμένη σοκολάτα.
και ένα μήνυμα σου στο κινητό που το διαβάζω κάθε βράδυ, μπας και καταφέρω
να διώξω την πείνα μου.
"σ΄ αγαπώ" αυτό γράφει.....βλέπεις η τεχνολογία, πλέον, σου βαλσαμώνει την καρδιά.
αν αυτό το μήνυμα ήταν γραμμένο από μελάνι θα είχε ξεθωριάσει προ καιρού.
αλλά, από την άλλη, όπως λέει το γνωμικό, "δεν υπάρχει μεγαλύτερη θλίψη από την ανάμνηση ημερών ευτυχίας, κατά τα έτη της δυστυχίας μας".
Έχω μόνο αυγά και γάλα στο ψυγείο, αλλά και αγάπη ναι και αυτή κατεψυγμένη είναι μέσα μου.
Πεινάς;

Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2015

Η ευτυχία έχει γεύση…..

Την κοιτούσε όλο το βράδυ. Να στέκεται δίπλα του με μάτια να λάμπουν σαν φαναράκια που οδηγούσαν κατευθείαν στην ψυχή της.  Περίμεναν την αρχή του Νέου Χρόνου. Κρατούσε το ποτήρι της σαμπάνιας και τα χείλια της γέμιζαν από τη γεύση της.  Γύρισε τότε και της ψιθύρισε στο αυτί της ενώ ήταν μόνοι «Θέλω να σε πιω …..Να γευτώ τη γεύση σου»
Τον κοιτούσε μ΄ αυτό το βλέμμα της, το βαθύ σαν θάλασσα που θα έλεγες ότι ήταν πειραχτικό, ειρωνικό  σαν να ήθελε να τον ακινητοποιήσει σαν αρπαχτικό που αιφνιδιάζει το θήραμά του.  Γύρισε και του είπε σκύβοντας κοντά του «είμαι η σαμπάνια σου; Θα σε μεθύσω…». 
Αυτό το βλέμμα έσκιζε τη σάρκα του και το αίμα έτρεχε δυνατό στις φλέβες του. Ακινητοποιήθηκε. Τότε,  άπλωσε το χέρι της και πήρε την παλάμη του. Την άνοιξε  και έτρεξε την κόγχη της υγρής, από τη σαμπάνια, γλώσσας της μέσα στις φλέβες που χαράσσουν λένε το πεπρωμένο και έφτασε μέχρι τις φλέβες του καρπού του.   Ένιωσε τη δροσιά της στο αναμμένο από πόθο κορμί του,  κάτι σαν μυρμήγκια να τρέχουν στη σάρκα του, έτσι ένιωσε την απόκοσμη ανατριχίλα του, όταν τον «γευόταν» εκείνη.  «Ξέρεις, της λέει, οι άνθρωποι δεν γράφουν τη χαρά σε λέξεις, ούτε σε γράμματα, πόσο μάλλον σε ποιήματα και στίχους τραγουδιών.  Συνήθως, όχι πάντα όμως, γιατί οι άνθρωποι την κρατούν εγωιστικά δική τους.  Με τη θλίψη και τον πόνο πλημμυρίζουν την τέχνη τους. Δες όλα τα τραγούδια.  Όλα μιλούν για προδοσία, πόνο, αγάπες που ναυάγησαν και θάνατο.  Ποτέ η χαρά, η ευτυχία δεν έλαχε τέτοιας τιμής και έκτασης αποτύπωσής τους στην  Τέχνη». 
Σταμάτησε άξαφνα και τον κοίταξε  ρωτώντας τον «είσαι εσύ τώρα ευτυχισμένος;».  Τα μάτια του την κοίταξαν σχεδόν με στοργή. Το άγριο βλέμμα του επιβήτορα χανόταν σιγά σιγά. «Είμαι όταν σε βλέπω να χαμογελάς. Όταν εδώ, αυτή τη στιγμή τη φευγαλέα, που δεν την αγγίζει ακόμα η νοσταλγία, μου δίνεις αυτήν τη δύναμη να κινήσω την πέτρα από την καρδιά σου».
Άφησε το χέρι του σαν να την χτύπησε ένας δυνατός άνεμος που την πέταξε μακριά από τη σάρκα του. Το αρπακτικό άγγιγμα της μάγισσας έσβησε το ίδιο. Πέτρα στην καρδιά ψιθύρισε, αλλά δεν έβγαλε καν μιλιά.  Όλα μέσα της τα συζητάει και οι ερωτήσεις να κρέμονται από μια λεπτή κλωστή πάνω από το χάος.  Ναι πέτρα και την είδε.
«Ορίστε είδες! Πάλι μελαγχόλησες και τώρα με κάνεις να είμαι λυπημένος»
Έσκασε ένα παιδικό γελάκι στο πρόσωπό της και πετάχτηκε σαν ελατήριο και του έσκασε ένα δυνατό φιλί στα χείλια του. Ήταν τόσο δυνατό που νόμισε ότι του έδινε όλη την ανάσα της.
Το ξημέρωμα του Νέου Χρόνου τους βρήκε σε μια φωλιά από αγκαλιές.  Εκείνος δεν κοιμήθηκε. Ήθελε να επαγρυπνεί να μη χαθεί η ευτυχία του.  Ίσως… για την ευτυχία του, γιατί, για πρώτη φορά δεν τον ένοιαζε αυτό, αλλά να την δει να κοιμάται γαλήνια κοντά του χωρίς τη λύπη της να την σκεπάζει.  Ο ύπνος της ήταν τόσο όμορφος και γλυκός γεμάτος γύρη, σαν λουλούδι που ανασαίνει στο αγκάλιασμα της Άνοιξης.  Μύριζε όλη λουλούδι αλλά όχι ένα.  Πότε γαρδένια, πότε γιασεμί, τριαντάφυλλο.  Λες και ξάπλωσε μαζί της σ΄ έναν κήπο λουλουδιών ποτισμένα με δροσοσταλίδες πέταλα.  Ήταν ευτυχισμένος; 
Την ξύπνησε το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ που έφτιαξε εκείνος.  Άπλωσε τα γυμνά της πόδια προσεχτικά σαν πεταλούδα πάνω στα πρώτα βήματα της νέας υπόσχεσης του χρόνου και έτσι γυμνή βρέθηκε να τον αγκαλιάζει καθώς εκείνος έκοβε το ψωμί για το πρωινό.  Του άρεσε να μαγειρεύει.  Η μαγειρική ήταν η δική του τέχνη. Μια τέχνη που μόνο στοργή είχε, αφού πίστευε και τον έκανε να νοιώθει ότι όλα έχουν να κάνουν με την ωραία γεύση.  Ακόμα και η ευτυχία με τη γεύση έχει να κάνει.  Τι στοργή να δίνεις ωραίες γεύσεις και να ταΐζεις έτσι μια άλλη ύπαρξη!
Της άρεσε αυτό το ρήμα «γεύομαι» και πόσο γεμάτο με αισθήσεις ακουγόταν.
Δεν ήξερε ακόμα να του απαντήσει αν ήταν ευτυχισμένη.  Για κάποιους ανθρώπους η ευτυχία μπερδεύεται σε μια χρονική ευθυγράμμιση. Πόσες στιγμές χαράς, ηδονής, παιχνιδιού, γεύσης, παύσης χτίζουν τη λέξη αυτήν «ευτυχία».  Την μπέρδευαν αυτά σαν μια μαθηματική εξίσωση και δεν ήταν ποτέ της καλή στα μαθηματικά, ιδίως, αν ο άγνωστος Χ ήταν ο Έρωτας, οπότε και ο Ερωτών ήταν η λύση της εξίσωσης. Μια απάντηση, από την άλλη, μπορεί να κλείσει μια τέτοια λέξη;
Εκείνος πάλι, δεν την ρώτησε αν είναι ευτυχισμένη.  Δεν ήθελε να την υποχρεώσει, να του δώσει μια απάντηση ή να την χρεώσει ένα αίσθημα που δεν φυτρώνει σε πέτρα επάνω.  Εκείνη όμως το κατάλαβε και όταν γεύτηκε το  petite madeleine με σοκολάτα, που είχε αυτός ψήσει, τον κοίταξε και τον ρωτάει.  «Ξέρεις τι γεύση έχει το  petite madeleine ;».  Την κοίταξε και ήταν έτοιμος να ξεκαρδιστεί στα γέλια, αλλά εκείνο το βλέμμα της ήταν πάλι βαθύ και σοβαρό, οπότε….. «τι γεύση έχει μικρό μου;»
«Ευγνωμοσύνη» απάντησε.  «Η ευτυχία για μένα είναι ευγνωμοσύνη, για όλα, που μένουν σε μια παύση του χρόνου χωρίς την τριβή του, χωρίς να χαθούν πριν καν τα γευτώ». 
«Είμαι ευγνώμων. Τώρα είσαι ευτυχισμένος;»
«Είμαι ευτυχισμένος  που είσαι εδώ αυτή τη στιγμή με την ψυχή σου. Καλή χρονιά μικρό μου».


Η ευτυχία, για εκείνη, ήταν ένα φιλί του με γεύση  petite madeleine και για εκείνον……
εκείνο το δυνατό υγρό φιλί με τη γεμάτη γεύση της που του έδωσε.

 
[Πάει ο παλιός ο Χρόνος].