Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016



[Ξέρεις κάτι;]

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Να ρουφήξεις γκρεμούς στα μάτια σου
Και να πιείς όλα τα σύννεφα του ουρανού
Να πιάσεις τις καταιγίδες στις παλάμες σου
Να χαθείς σε παπαρούνες δάση
Που το λαρρύγγι τους φτάνει μέχρι ψηλά
Σαν κορμί δέντρων και γεμίζουν
Πορφύρα χρώμα το τοπίο.
Να δεις ότι όταν κοιμάμαι
Πάνω στο δυνατό σου στέρνο
Ένα χαρούμενο ποίημα γεννιέται
Μια ανάσα σβήνει, ένα δάκρυ γίνεται πετραδάκι
Ένα ματόκλαδο μωρού
Μια ευχή ευλογημένης  γερόντισσας.
Ξέρεις κάτι;
Αν δεν σε μεθύσει η ζωή
Το χάδι, το φιλί μου στα χείλη σου,
Αν δεν σε ποτίσει υπόσχεση στην καρδιά
Η καρδιά μου
Τότε όλα στάχτη και σκόνη θα σκορπίσουν
Και μάταια οι κάμποι απλώνονται  
Κορμιά σε ζεστή γη.
Μάταια φυσά ο αγέρας χαιδεύοντας τις λέξεις μας.
Και αν πάλι όλα μάταια γίνουν
Τότε οι πέτρες θα ανθίσουν πάλι
Θα ταϊστούν τα αγρίμια του κόσμου
Θα φωλιάσουν αετοί σε απόκρημνα βράχια
Θα φουσκώσουν τα ποτάμια με  βροχές
Θα πιεί η θάλασσα τους καταρράκτες
Σαν δίχως χθες και αύριο
Σαν κανένα [τίποτα] να σφραγίζει το μάταιο
Και στα ακροδάχτυλα των ποδιών σου
Οι λέξεις μου θα έρχονται πάνω σε ένα δειλό κύμα.
Θα ακουμπούν τις φλέβες σου σαν γη
Στέρεη ανάσα που αναβλύζει μια πηγή.
Γιατί ξέρεις κάτι;
H αγάπη που δεν αγαπήθηκε
Μάταια, δεν σκορπίζεται στο θάνατό της.









Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016



 [Θέλεις να ΄ρθεις;]

Θέλεις να ΄ρθεις;
Έλα αργά, όπως όλα στη ζωή μου.
Και εννοώ όλα.
Το τσιγάρο, το γαμήσι, ο διορισμός
Το βόλεμα.
Το μόνο που ερχόταν νωρίς ήταν μόνο ο θάνατος.
Και η παραπλάνηση της γεύσης
Ξεκινάς ότι είναι γλυκιά η ζωή,
Αλλά τελικά, αφήνει μια πικρίλα στον ουρανίσκο
Και καταλήγεις να ανάβεις τσιγάρο
Κάτω από μια λάμπα των 60Watt
Με μια μεθυσμένη ανάμνηση ενός οργασμού παλιού.
Η μόνη επανάσταση που έκανα, αν θυμάμαι…
Ήταν να αλλάξω κατεύθυνση σπουδών
Και αυτήν, χωρίς αναγγελία στα πέριξ
Προκαλώ τρομάρα το ξέρεις;
Αλαφιάζω το ανυποψίαστο σου
Και λες….
«Βρε παιδί εσύ; πως;»
Ε, να όλα έτσι γίνονται
Και από εκείνους που δεν σου χωρούν στο βλέμμα
Ότι μπορούν να σπάσουν τους κανόνες.
Και τους έσπασα μια φορά
Και κόπηκα!
Κόπηκα άσχημα και πλάνταξα από το φόβο!
Ερασιτέχνις λόγια είμαι σε όλα.
Και στον έρωτα και στις λέξεις που σου γράφω.
Αν όμως με θέλεις, έλα αργά
Και έλα χωρίς θόρυβο
Όπως ο γάτος μου που σερνόταν
Στο κρεβάτι  επάνω και χουχούλιαζε στα πόδια μου.
Και άφηνα το σκοτάδι να πέφτει στα βλέφαρά μου
Και ησύχαζα στην ασφάλεια ότι ανασαίνει ένα γλυκό όνειρο.
Ξέρεις και πλήττω στους εφιάλτες πλέον.
Δεν με φοβίζουν πια.  ‘Επαψα να τους θεωρώ και εφιάλτες μάλιστα.
Συνέχεια τα ίδια, όπως και το ίδιο φαγητό
Όχι απ΄αυτό που τρως, αλλά από δαύτο που ανασαίνεις.
Μια μπόχα μαζί με πατσουλί διαχέεται στους κόσμους
παχιά λόγια και υποσχέσεις
Και χύνω λέει ο άλλος και τίποτα δεν μπαίνει
στην τρύπα, γιατί όλα τρύπια είναι
και βασικά οι σκέψεις και η συνείδησή του.
Μα τι λες! Σκίζεται για την πουτάνα την άλλη
Την πολιτική!
Ξέρεις πόσο της γλύφει το μουνάκι;
Άδειασε επάνω της όλο του το είναι
Και αγκαζέ μετά τις φιλοφρονήσεις….
Φασκιώνεται συνέχεια σε κάτι φούστες
Που τον ντύνουν προστασία και θαυμασμό.
Θέλεις να ΄ρθεις; έλα αργά όπως όλα στη ζωή μου!
Αλλά χωρίς τα αξεσουάρ που με γρατζουνάνε
Αυτά, που δεν φαίνονται ξέρεις,
Αλλά κουβαλάς μέσα σου!
Φέρε μόνο βιβλία. Μόνο και εσένα.
Με ψυχή και καύλα.

Σκέτος να ΄ρθεις σαν τον καφέ που πίνεις.






Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016



Είναι μέρες που ό,τι ανασαίνει γύρω της την κάνει να χαίρεται και να χαμογελά,
σαν εκείνες τις μικρές μαργαριτούλες που φυτρώνουν σε αφιλόξενα πεζούλια του δρόμου.
Και δεν βαριέσαι, αρκεί που το παλεύουν να ζουν στα ακροδάχτυλα του ήλιου. Αρκεί που φυτρώνουν και απλώνουν τα αγνά τους μικροσκοπικά πέταλα για να ξαποσταίνει καμία πασχαλίτσα ή καμιά υπόσχεση δροσοσταλίδας που κάθεται εκεί σαν δάκρυ.
Περπατάει τη ζωή της απαρατήρητη από επιτυχίες και συντριβές.  Αόρατη διαπερνά το σώμα της μοίρα της, την ξεγελά. Κανείς δεν τη γνωρίζει.  Αυτό κάπου την ανακουφίζει, δεν έχει εκείνη την αποπνικτική αγωνία της κοινωνικής προσποίησης.  Να απλώνει κρυστάλλινα χαμόγελα, παγερά από αληθινά θέλω και νοιώθω. Όλα και όλοι την προσπερνούν σε διαδρομές που τρέχουν χωρίς ανάσα, ακριβώς όπως και εκείνες τις πανέμορφες μικρές μαργαριτούλες που στέκονται χωμένες σε μπετό και γη. Ουδείς τις αντιλαμβάνεται στο υπέροχο μεγαλείο της απλότητάς τους.  Και όμως χαμογελούν πριν τσαλαπατηθούν.
Πριν τσαλαπατηθούν, ζουν σαν μια αυθαίρετη ζωντάνια σε ένα πένθιμο τοπίο. Ζουν σαν ζωγραφιά ενός δημιουργού ανώνυμου αλλά θεϊκού, σαν ανατροπή, σαν γεύση στα χείλια του ανέμου.
Ο χρόνος όμως της ψιθυρίζει ότι πρέπει να ζήσει σαν άνθρωπος και όχι σαν  απόσταγμα μιας παραφωνίας. Ατελής στην τελειότητα του κόσμου, ψέμα στο ψέμα του κόσμου, ανάσα στην αποπνικτική ανάσα του. Μεθυσμένη όπως μεθά και εκείνος από ταχύτητα και ύλη. Να ζήσει  μέσα σε όλα αυτά που θα την ενώσουν με την μοναξιά του.  Να γίνει πιο μοναχική ακόμα, πιο σπουδαία, πιο καλλίφωνη. Να γίνει σαν εκείνον για να την αγγίζει, να την αποδεχτεί, να μην την ξεχωρίζει από αυτό που είναι φτιαγμένος.  
Είναι μέρες που όταν προσπαθεί να δει τον ήλιο της, πονάει γιατί κάτι θα μπει εμπόδιο ανάμεσα σε εκείνη και σε εκείνον και το πιο τραγικό της είναι ότι τότε δεν θέλει να είναι αόρατη, να ποδοπατηθεί, να χαθεί στο άγριο τοπίο του τσιμέντου. Όταν τότε αγωνιά, κλείνει τα πέταλα της σαν έμβρυο μέσα σε μια μήτρα που μόνο η καρδιά χτυπά δυνατά σαν μουσική και εκεί στο σκοτάδι κοιμούνται οι επιθυμίες της. Μέχρι να βγει εκείνος και την πάρει στα ακροδάχτυλά του, τη χαϊδέψει απαλά στο μίσχο της και την κάνει αθάνατη.
Αθάνατη και Άτρωτη γιατί η αγάπη του δεν είναι μια αγωνία θανάτου, αλλά μια αγωνία να ζήσει.

[Αυθαίρετη ζωή]