Τρίτη, 23 Ιουνίου 2015



Να έτσι ! στα σκαλοπάτια που τρέχουν σε άγνωστα δρομάκια, να κάθομαι δίπλα σου και να σου λέω εκείνες τις ιστορίες που ζωγράφισε το μυαλό μου όταν δεν υπάρχεις.
Απλά να ακουμπώ την κούρασή
 μου από όσα έσκαψα και έθαψα ευλαβικά στο σκοτάδι μου, γιατί ο φόβος και το σκοτάδι με κουράζουν.
Αλλά πάλι, μπορεί να μην έχω την ανάσα να μιλήσω. Να μην ξέρω πόση γενναιότητα χρειάζεται να σε ταξιδέψω και η ψυχή μου να μυρίζει ελευθερία, αλλά το κορμί μου, να είναι γεμάτο σημάδια από τις απελπισμένες στιγμές μου να διαφύγω από το μάταιο. Δεν ξέρεις πόσο αργά σε σκοτώνει η ματαίωση.
Όταν δεν υπάρχεις σε μένα......




Κυριακή, 21 Ιουνίου 2015

Κυριαρχία,
μέσα στο μυαλό σου σβήνουν οι ανάσες μου...
Σκορπούνται οι λέξεις σου. 
Παντού τσαλακωμένες σελίδες ζωής.
Υποταγή.
Σε αυτό που δεν γίνεται.
Διογκώνονται οι φλέβες
γρατζουνάει ο φόβος τη σάρκα
Φωτιά, Νερό
Υγρό ποτάμι το κορμί,
μουσκεμένο ύφασμα η αναμονή,
αισθήσεις, παραισθήσεις....
κλείσε μου τα μάτια να μη βλέπω.



https://www.youtube.com/watch?v=j7EsBK4Mr80&list=FLoR89lr7qbKlRrLXBYf4PbA&index=44





Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2015

Στο μαύρο βράχο φώλιασαν οι αετοί. 
Εκεί, βασίλευε ο ορίζοντας και το σκοτάδι.
Χαμογελώ στην Eιρωνεία και η Θεία Κωμωδία του Δάντη σφαλίζει θησαυρούς στην κοιλιά εννέα ομόκεντρων κύκλων, αυτών των κολασμένων ψυχών και των λιγδερών ευχών. Στους κύκλους, λοιπόν εκεί, του Limbus και του Malebolge, ανάμεσα στους Αλχημιστές, τους Μάγους και τους Κλέπτας, τους Δόλιους Συμβούλους τους Κιβδηλοποιούς οι προδότες των φίλων και των κυριών κοιμούνται μέσα στα νεκρικά σεντόνια τους. 
Χαμογελώ στην Απραξία των Στιγμών και κλαίω για όσα ποιήματα κάηκαν στην ματαιοδοξία των εραστών, μια λύτρωση που δεν έγινε στα πόδια του μαρτυρίου.
Όποιος τον πόνο στα χείλια της ψυχής του γεύτηκε, ξέρει, ότι το πικρό ποτήριον δεν δόθηκε για να γίνει θεός, αλλά θνητός......... 
Γνωρίζω την Κόλασή μου, αλλά ξέρω ότι ο Παράδεισός μου με περιμένει....καθώς δύο ψυχές γέννησε η Μοίρα, στο φως και στο σκοτάδι.
Σημαδεμένο ριζικό δεν γνωρίζω ωστόσο......
Ελεύθερη και σκλαβωμένη στην ματαιότητα των σοφών και των ερωτόπληκτων της εξουσίας κοιτάζω το μαύρο βράχο που φώλιασαν οι αετοί.
Στο μαύρο βράχο. Από εκεί, γκρεμίζονται τα δάκρυα της ιστορίας. Εκεί, που ξεχύνεται η λάβα του χάους.  Στο μαύρο βράχο.

Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015


Νοιώθω ότι όλα γύρω μου κινούνται σε slow motion. Ο Άνεμος το ίδιο, ο Ήλιος, οι Άνθρωποι που με προσπερνούν, οι Λέξεις που δακτυλογραφώ χωρίς αίμα.
Όλα αγαλμάτινα στέκονται γύρω μου......νομίζω.
Κάτσε. Πάρε μια ανάσα λέω στον εαυτό μου. Μην τρέχεις με ταχύτητα φωτός στο κενό. Εθισμένη στην κίνηση των ροών, δεν αντέχω την ακινησία του χρόνου μου.
Από την άλλη, νοιώθω το χαμόγελό σου να καταλήγει στο γκρεμό των δαχτύλων μου, έτσι όπως το αγγίζω για να το διαβάσω στις φλέβες μου. Αλλά πάλι, δεν ξέρω. Όλα ακίνητα φαίνονται. Πιάσε με, η ταχύτητα αυτή μου φέρνει ίλιγγο. Σταμάτησε με στην ακινησία σου. Να γίνω μια πέτρα, ένα άγαλμα να μην με μαστιγώνει το άχρονο σου. Να γίνω μια ασυνέχεια που η αρχή και το τέλος δεν θα υπάρχει.
Πέτρα να γίνω.

Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2015

Ο πατέρας μου ήταν ναυτικός. Τον αναφέρω συχνά στα γραπτά μου. Μεγάλωσα μακριά του αλλά πολύ κοντά του μέσα από τα ανορθόγραφα παιδικά μου γράμματα. Στην εφηβεία απομακρύνθηκα από κοντά του. Δεν καταλάβαινα παρά μόνο τις αλλαγές στις ορμόνες μου και αυτήν τη "επανάσταση" στο να γίνω "αυτόνομη".
Μου έλεγε λοιπόν ο καπετάν Μιχάλης. "Για να είσαι ελεύθερη πρέπει να μην χρωστάς γραμμάτια και προσκυνήματα σε κανέναν. Μην γράφεσαι σε παρατάξεις, έχουν ανταλλαγές αυτές οι σχέσεις. Αν είσαι δυνατή και αυτόνομη μείνε μακριά τους. Μόνο έτσι θα βλέπεις την Αλήθεια και αν την αντέχεις.! Μέχρι τότε διάβαζε, όσο μπορείς να προχωράς. Η γνώση είναι εξουσία και μόνο αυτή δεν χαρίζεται. Μάθε να μην είσαι μαλθακή με τον εαυτό σου και κλαψιάρα. Μάθε να κοιτάς τη θάλασσα κατάματα και όλους. Μάθε να αγαπάς δυνατά, αντέχεις; Αν θέλεις ελευθερία, τότε μην υποδουλωθείς σε καπρίτσια της μάζας. Αντέχεις τη μοναξιά; γιατί η ελευθερία έχει καταιγίδες μοναξιάς και μέχρι να τα μάθεις όλα αυτά, θα μάθεις να ψήνεις σωστό ελληνικό καφέ!"
Έμαθα τη μοναξιά και τον ελληνικό καφέ, τον ψήνω υπέροχα με καϊμάκι. Έμαθα να βλέπω τη θάλασσα και την καρδιά της.
Ένα ακόμα μου μένει να μάθω...

να Αντέχω!

Παρασκευή, 5 Ιουνίου 2015

Οι άνθρωποι αγκαλιάζουν τις σιωπές τους χωρίς δάκρυα/
κυλούν τα άνθη της Αμυγδαλιάς που πήρε η Άνοιξη από το Χειμώνα
και λούζει τον Άνεμο/
αχ πόση αγάπη κοιμήθηκε σ΄ αυτήν τη σιωπή/
και πόσοι στίχοι γιόρτασαν τη γέννα της μουσικής
στις χορδές μιας παλιάς κιθάρας/.
Καθισμένη στα γόνατα του Χρόνου 
ακούω τα μυστικά που ψιθυρίζει μεθυσμένος.
Δάσκαλε του λέω, αλλά εκείνος
εκστασιασμένος από τη φυγή του
δεν με ακούει, δεν με βλέπει
δεν νοιώθει τη δίψα να μάθω/.
Ζει τη σιωπή του και τη λύτρωση
της μουσική/ς.
Άκου! μου λέει
άκου, πόσο θλιμμένα πέφτουν τα όνειρα 
στις ζωές μας.
πόσο δύναμη έχει ο θάνατός τους.........
και κοιμήθηκα στις παλάμες του.

https://www.youtube.com/watch?v=odkidF-yTNc

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015



Μέρος Α!
Οι καιροί δεν είναι δύσκολοι, όχι με τόση πολυτέλεια γύρω μας. Η αλλοτρίωση μας αναδύει σαπίλα. Ίσως, για αυτό και ο πόλεμος δεν μας ξενίζει πλέον.
Γύπες παντού πετούν, αλλά ούτε αυτούς φοβάμαι ή με παραξενεύουν.
Με παραξενεύει πολύ ότι το σκοτάδι απλώνεται σαν δίχτυ πεπρωμένου στον μαρασμό της αρετής. Κατ' επίφαση φιλόσοφοι αιώνες τώρα. Ψευδό-Σωκράτες και Τειρεσίες. Όπου και να γυρίσω την καρδιά μου βλέπω φαυλότητες. Άνθρωποι μπερδεμένοι να κινούνται μακριά από καθετί που συνάδει λογική, ενώ την επικαλούνται σε νόρμες δικές τους. Ξοδεύονται οι ανάσες τους ......
Όμορφα λόγια, σε όμορφα περιτυλίγματα. Ξοδεμένοι πόθοι σε ξοδεμένες ζωές.
Απένταροι οι χρόνοι. Τι να γεννήσουν λοιπόν; Μέλλον; Αγάπες; Ήρωες; Πειρατές σαν τον Ιωάννη Βαρβάκη. Φωνάζω ονόματα και τους βρίσκω γύρω μου σε παιδικούς σταθμούς για "ενήλικες" 
Περπατώ προς έναν τάφο και συναντώ εκείνους που έπεσαν για την πατρίδα. Νιώθω ντροπή και μοναξιά. Η πατρίδα μου ερήμωσε από Πατριώτες και γέμισε facebook και PR και λάγνους έρωτες και καουμπόισσες και πριγκιπέσσες. Δεν ξεπήδησαν από κανένα παραμύθι ή ιστορία του Παραδόξου.

Μέρος Β!
Χθες το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο. Το είπα πριν το γράψω εδώ σε δύο φίλες ψυχικές μου. Είδα ότι πετούσα για το εξωτερικό και μέσα στο διάδρομο επιβίβασης, στη φυσούνα που οδηγούσε στο σώμα του αεροπλάνου πετούσε πανικόβλητη μια τεράστια κατάλευκη κουκουβάγια. Όλοι πανικοβλήθηκαν και εγώ, δεν ξέρω γιατί, την ώρα που ερχόταν καταπάνω μου με τα γαμψά της νύχια την πιάνω από τα πόδια. Η κουκουβάγια κατέβασε τα τεράστια φτερά της και δεν με χτύπησε να με κομματιάσει στο πρόσωπο με το φονικό της ράμφος. Την οδήγησα έξω στον ουρανό και πέταξε μακριά. Ελεύθερη. Σιωπή παντού και τα βλέμματα όλων με κακία που τόλμησα να έχω θάρρος να την πιάσω.
Ο χρόνος του ονείρου συμπιέστηκε. Το ταξίδι δεν είχε ονειρικό συμβολισμό. Γυρνούσα Ελλάδα πάλι και όταν βγήκα από το αεροδρόμιο, τότε κοίταξα ένα τεράστιο λευκό πουλί, να πετάει κατευθείαν προς το μέρος μου από τον ανοιχτό ουρανό. Δεν διέκρινα ποιο ήταν γιατί σκέπαζε το φως τη μορφή του. Αυτό το κατάλευκο πουλί ήρθε και έκατσε πάνω στο δεξί μου ώμο. Ήρεμο.
Ήταν η κατάλευκη κουκουβάγια. Ήρεμη και Ακλόνητη στο δεξί μου ώμο ήταν σαν δήλωνε σ΄ όλους που μας έβλεπαν. Για πάντα Μαζί.

Μέρος Γ!
Εύχομαι να κοιμηθώ απόψε χωρίς να ονειρευτώ ουρανούς και ταξίδια. Εύχομαι να κοιμηθώ ήρεμη μέσα στο άχρονο. Εκεί δεν υπάρχει ιστορία με αρχή και τέλος.
Δεν υπάρχουν ευτυχίες και αποτυχίες και ματαιώσεις και ψευτιά.
Υπάρχει μόνο απλότητα και η μυρωδιά της αγάπης.