Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019


Το κορίτσι της Le Monde

Σε μια άλλη ζωή,
ήμουν ένα κορίτσι της Le Monde
Αγουροξυπνημενο και πεινασμένο για πάθος και νίκες.
μετρούσα τα φιλιά διαφόρων  αρσενικών στα πόδια μου,
κορτε σε καφέ κοντά στο Jardin  du Luxembourg.
/
το φως με ζεσταίνει.
Πάντα αυτό το φως.
χλωμό και ντροπαλό.
Κάποτε ήμουν σε άλλη χώρα
σε άλλο δέρμα
σε άλλη γυναίκα ...ψυχή /
/
λες;
βαριέμαι τις φλυαρίες των αντρών
φτάνει και αρκεί η δική μου.
και η σιωπή φλύαρη είναι.
/
ωραία ήταν τότε,
στο λευκό τοπίο των σεντονιων
Καμία φλυαρία τα σώματα,
μόνο απλή αναστατωση και άγρια ζωντάνια.
/
Σε μια άλλη ζωή, αφαιρουμαι
και προστιθεμαι υπέροχα.
Σ'.αυτην απλώς διαιρουμαι.
Τα ίδια νέα διαβάζω στη Le Monde  μόνο που  η ημερομηνία αλλάζει.
Χθες ήταν άλλη. Σήμερα άλλη.
Ήμουν κάποτε μια άλλη,  Η ίδια που κοιτάς.

©Στ. Θ.





Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Είμαι η Πιπίνα!.

[Πιπίνα]
Ή Πιπίνα είχε αστείο όνομα και κοντό σώμα.
Ήταν ομορφοάσχημη. Ένα παπί που χωρίς καθρέφτη ήταν κύκνος, με καθρέφτη όμως ...
Με καθρέφτη ήταν πάντα, να είναι αυτό που ήθελε ο εκάστοτε έρωτας.
Στολιζόταν η Πιπίνα λοιπόν με τα ωχρά μάγουλα.
Έναν χειμώνα ο έρωτας, ο εκάστοτε, την ήθελε γεματούλα. Έτρωγε η Πιπίνα για να στρογγυλεύουν οι αιχμηρές γωνίες του μυαλού της.
Άλλοτε πάλι,  ο δείνα έρωτας την ήθελε αδύνατη και ψηλή σαν το λαιμό στρουθοκαμήλας. Ντυνόταν λοιπόν η Πιπίνα στον καθρέφτη της, ταϊσμένη με νερό και χόρτα, αδύνατη ....άντε όσο μπορούσε... και ανεβασμένη στα ιλιγγιώδη τακούνια της.
Τακούνια, μεγάλη ιστορία τα τακούνια.
Δεν ήταν η επιδέξια ισορροπία στο λίκνισμα της θηλυκής υπόστασης, δεν ήταν το θέμα στο ερωτικό κάλεσμα της λεκάνης.
Όχι, ήταν η ανισορροπία του μέτρου ψευδοανύψωσης με το σκελετό της.
Η Πιπίνα Ψήλωνε, φάρδαινε, έμπαινε σε νούμερα και σε καλούπια. Μιλούσε λίγο, μιλούσε πολύ, αναλόγως τον έρωτα.
Τεντωνόταν στις άκρες της ζωής της, λες και τεντωνόταν να δει έναν γκρεμό.
Και ο εκάστοτε έρωτας την άνοιγε και την έκλεινε σαν να έπαιζαν ακορντεόν, κάθε φορά άλλο τραγούδι, άλλο τραγούδι με ίδιους στίχους
Έτσι, η Πιπίνα στον καθρέφτη ήταν μια άλλη.
Μια μέρα με βροχή, μπερδεύτηκε η εικόνα στον καθρέφτη.
Βάζει ένα τακούνι ψηλό και αφήνει γυμνό το άλλο.
Δεν ήξερε ποιο μπόι να βάλει. Ποια γυναίκα να είναι.
Μπερδεύτηκε η Πιπίνα.
Να ντυθεί χειμώνας;. Να ντυθεί Άνοιξη; Καλοκαίρι, Φθινόπωρο;
Υπήρχε άλλη εποχή να γίνει; Η γυναίκα του κάθε έρωτα.
Δάκρυσε  η Πιπίνα. Ήταν άσχημη έλεγε ο καθρέφτης.
Ω ναι ήταν άσχημη.
Και σπάει τον καθρέφτη της.
Μικρά κομματάκια ραγισμένα έδειχναν το ένα τη μύτη, το άλλο πόδι, το άλλο το χέρι.
Όλες οι γυναίκες που έγινε η Πιπίνα την κοιτούσαν κατάματα.

Κομμάτι, κομμάτι διαλυμένη στην απόκοσμη ησυχία του δωματίου της, η φωνή της άνοιξε διάπλατα το στέρνο της και βγαίνοντας  με ορμή νερού που σπάει φράκτη, φώναξε:

Είμαι η Πιπίνα!.

© Στ. Θ.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2019

Γλείφω τις πληγές μου
χάντρα χάντρα μαργαριταρένια

Ωραίο κόσμημα ο έρωτας ...

Στη δύση του πόθου
θα έχω κάτι να δώσω στον Άδη.

© Στ. Θ.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2019

Υστερόγραφο.

Να διατηρήσεις μια καρδιά ανοιχτή στο κίτρινο λυκόφως και στο πορφυρένιο ουρανό της καταιγίδας,
Δεν μ' ενδιαφέρει ποιος είσαι άντρα
Ξέρω πως εγώ μια γυναίκα χωρίς όνομα και ψυχή από πέτρα
Νιώθω την δική σου πάνω μου καμωμένη ανάσα σου από νοτιοδυτικό άνεμο σε χιονισμένο λειβαδι.

©Στ. Θεοδοσίου

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2019

[Ο τυφλός συλλέκτης βιβλίων.]

[Ο τυφλός συλλέκτης  βιβλίων.]

-Όλα αυτά τα στοιβαγμένα βιβλία τα έχετε διαβάσει ;
-Ισως. Έχει κάποια σημασία ;

Είναι πολλά, πολλά.
-Και η ζωή έχει πολλά, τα έχεις όλα ζησει ;
Όχι!
Θα μάθεις όμως ότι υπάρχει η υπόνοια... να υπάρχουν.
Και αυτό έχει σημασία.
Να κοιτάς το τοπίο έξω από το παράθυρο
Και κάθε φορά, σε κάθε εποχή η εικόνα, η γεύση του ανέμου
Οι περαστικοί, τα γέλια των παιδιών που μεγαλώνουν
Η μικρή μαργαρίτα που φυτρώνει απρόσκλητη στο κράσπεδο.
Έχεις την υπόνοια, ας πούμε αλλιώς την υποψία  της ιστορίας και όταν ακουμπήσεις ένα από αυτά
Τα βιβλία διαβασμένα και αδιάβαστα θα ξεδιψάσεις. Θα ξεπεινάσει το βλέμμα σου.
Η υποψία θα γίνει βεβαιότητα ή ακόμα και ανατροπή.
Υπάρχουν λοιπόν, τα έχω λοιπόν όταν δεν θα έχω  να βλέπω τίποτα έξω από το παράθυρο,
Σου απάντησα ;

(Άγγιξε με τα μεταξένια της δάχτυλα  το πρώτο βιβλίο και γύρισε την πρώτη του σελίδα).
Ας ξεκινήσουμε την ιστορία.

© Στ. Θ.

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2019

"Όσο ησυχάζεις τόσο περισσότερο ακούς" λέει ο Baba Ram Dass
Και απλωμένη και  νωχελική στον ήλιο σαν αγελάδα σε λιβάδι..
Δεν ξέρω ...να
μου ξεπήδησε εκείνη η ταφόπλακα στο νεκροταφείο που έγραφε
Γαλήνη !
Τρελές σκέψεις φύτρωσαν  σαν κάκτοι στο μυαλό μου και αναρωτήθηκα φευγαλέα σαν απότομο φτερούγισμα τρομαγμένου περιστεριού,
Αλήθεια, πόση φλυαρία ακούνε οι νεκροί στον άλλο Κόσμο.
Και θυμήθηκα τα κεκαυμένα  λιβάνια και τα τελειωμένα κεριά χωμένα στο χώμα της Αιωνιότητας.

© Στ. Θ.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2019

[Το δωμάτιο]

Γυαλιά, βιβλία, κάτι μπιχλιμπιδια,
ένα παιδικό κουκλάκι κρεμασμένο,
η πουά κούπα μου με τον καφέ να αδειάζει και να γεμίζει γεύση και μυστικά.
Παύσεις στιγμών του χρόνου.
Ωραία η νύχτα πέφτει στο κορμί μου,
γλυκό το φως της στο δωμάτιο
και αυτή η απλή θνητή μου λάμπα με τα βιβλία παρέα.
Βιβλία χιλιοδιαβασμένα σαν γράμματα από παλιούς έρωτες.
Λερωμένες σελίδες υπογραμμισμένες, λες και η αλήθεια θα μου δώσει λύσεις.
Μια παλιά βαλίτσα γίνεται ντουλάπα. Κόπιασε σε ταξίδια και δρομολόγια της μάνας μου όταν ήταν φοιτήτρια στην Αγγλία.
Στην παλιά καρδιά του Λονδίνου όπως έλεγε.
Γιατί οι άνθρωποι θυμούνται τα νιάτα τους με περίσσεια πολυτέλεια και αίσθηση αυθεντίας, το άρωμα της οποίας σε κάθε νέα εποχή ευτελίζεται από το μοντέρνο και το μεταμοντέρνο.

Κάπου εκεί ανάμεσα στέκει και ο πελώριος καθρέφτης μου. Μικρή τον είχα ζωγραφίσει με τα κραγιόν της αλλά ξύλο ποτέ δεν έφαγα.
Τον σκούπιζε στωικά αλλά αδιάφορα για εκείνον και μου έλεγε "Κοίτα τι έκανες. Πως θα βλέπεις τώρα να βάλεις τον φιόγκο σου;"
Και είναι η αλήθεια.
Μεγάλο πανηγύρι ο παλιός καθρέφτης μου.
Όλα τα σκέρτσα είχε τα δικά μου να τον κάνουν να μοιάζει ζωντανός. Σαν ο καλύτερος φίλος μου. Η συντροφιά των μοναδικών εξομολογήσεων της σιωπής μου.
Ρυτίδες χλωμάδα, ατέλειες κορμιού αστοχίες ρούχων φορεμένων αλλά και υπέροχα να με δείχνει πανέμορφη.
Μεγάλο πανηγύρι ο καθρέφτης μου αλήθεια. Τη μια σκληρός και την άλλη απίστευτα τρυφερός ακολουθώντας τα πάντα μέσα μου.

Γυαλιά, βιβλία, ένα κουκλάκι και κάτι μπιχλιμπίδια.
Η πουά κούπα μου.

[Το δωμάτιο]

© Στ. Θ.

Παρασκευή 30 Αυγούστου 2019

Σημασία έχουν τα δάχτυλα πάνω στα λευκά πλήκτρα του πιάνου να χορεύουν τον ήχο, ακουμπώντας τη φλέβα της αιώνιας μουσικής τους.
Σημασία έχει η φλέβα στους καρπούς σαν κορυφαία λήξη και αρχή του ρυθμού,
σαν συμφωνία δυο γυμνών αγκαλιασμάτων στο πύρινο πάθος τους.
Στα ακροδάχτυλα του σκοτεινού δωματίου σε αγγίζω με λαχταρά να σε βρω. Όπου ο χώρος διαστέλλεται σαν να φτάνει ουρανός μέσα μου και εγώ σαν μακρινό άστρο να υπάρχω μόνο του σε μια ωκεάνια σιωπή στο σύμπαν.
Σημασία έχουν τα δάχτυλα που αγγίζουν τις απολήξεις της ανάσας σου,
βλέπουν σαν μάτια
και μιλούν σαν στόμα.
Σημασία έχουν αυτά τα δάχτυλα που θα σου πουν στη σιωπή της νύχτας, «σε θέλω», καθώς η βροχή σκεπάζει έξω το σεντόνι του τσιμεντένιου κόσμου.

[δάχτυλα στο πιάνο]
©️Στ. Θ.

Δευτέρα 19 Αυγούστου 2019

Ζω και υπάρχω...
σαν ένα φεγγάρι που αποσύρεται λίγο πριν χαράξει ο ήλιος στην καρδιά του.

©Στ. θ.

Πέμπτη 15 Αυγούστου 2019

(Σ'. Αγαπώ)

Με καθηλωνουν  πάντα οι υπάρξεις των εννοιών σε παρενθέσεις.
Απουσία ουσίας  'η παρουσία ερμηνείας.
Κρεσ'εντο σαφήνειας.

(Σ'. Αγαπώ)

© Στ. Θ.

Δευτέρα 22 Ιουλίου 2019

Το δέντρο

Το δέντρο

Να γίνω δέντρο/να γίνω ανάσα
να με αγγίζεις σαν δροσερό  αεράκι στις απολήξεις μου/
Σαν ψιλόβροχο φθινοπώρου /
σαν φεγγάρι ολόγιομο ενός ξεχασμένου καλοκαιριού/
Αλλά εγώ, εκεί, να τρεφομαι από γη και αλάτι/
από πεθαμένα όνειρα και ελπίδες
για σένα ....
εκεί, να γράφεις  στο γυμνό κορμό μου, έστω κατά λάθος και,
από αναμονή
της τέλειας στιγμής σου.
"Σ. Αγαπώ"

Τρίτη 16 Ιουλίου 2019

[Διάλογος με το πεπρωμένο]

Επιτρέπεται να λες ότι είσαι δυστυχισμένος άνθρωπος ;
Ναι, επιτρέπεται, γιατί αλλιώς θα ήμουν μια ψευδαίσθηση.
Μα έχεις τα πάντα τουλάχιστον σταθερά και κυρίως υγεία πώς μπορείς να θεωρείσαι δυστυχισμένος ;.
Από ενοχή !
Κάθε πλάσμα γύρω μου και κάθε πληγή που ανοίγει σε κάθε ζωή που υπάρχει γεννημένη,
με κάνει δυστυχισμένο, αλλιώς θα ήμουν
μία αυταπάτη ευτυχίας.
Και τότε θα ήμουν μόνος.
Ξέρεις...αυτή η ευτυχία έχει
αφόρητη μοναξιά στη σιωπή της.
Ναι είμαι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος και κάθε φορά κόβω ένα κομμάτι από την ευτυχία μου να λιγοστεύει η πείνα των άλλων.
Μόνο έτσι η μοναξιά αντέχεται.
[Διάλογος με το πεπρωμένο]
© Στ. Θ

Κυριακή 30 Ιουνίου 2019

Ένα βιολί παίζει στην άκρη του δρόμου από το άγγιγμα ενός πλανόδιου μουσικού
και η μουσική του απαλή και γλυκιά σαν μενεξεδένιο δειλι, φιλί στα χείλια μου.

 [πλανόδια μουσική]
©Στ. Θ.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2019

[Aileen, the swan of the lost city.]


Aileen, the swan of the lost city. Story.

A female swan fell in love with an eagle.
She saw him flying over the ruins of a lost city.
She lived in a lake full of water lilies, alone in an immense tranquility of death.
The air when hard and when caressing over it, he was building an invisible fence that cut her off her departure.

Did she want to leave?
The eagle chased the remnants of abandoning all over the landscape.
He was also seeing her when he came down quickly to attack.
The swan shook the neck to see her. She wanted him to see her, no matter how dangerous it was to attack her.

One day, a rainstorm came into the landscape. A wild storm that blew the flesh of the trees and screamed the wind in the debris. Lightnings green-turquoise dropped like blades near the swan that plunged her head into her white wings. She knew she might not be saved. She thought the end was to come. That the departure was this and never a journey away from the city's debris.

She thought, maybe, so, cowards deserve. Such an inevitable end.
But, she suddenly felt her blood burning and a drop of her throat flowing. She felt her body floating above the lake and rising more and more. She was scratched by the nails of the eagle.

The day dawned and a loud sun stroked her like a newborn who was seeing life.
She was in a big nest above a steep cliff. Next to her was the eagle. He did not devour her, instead, he stretched out his big strong wings and covered her in.


And she calmly sat near him in this warmth.
In that wilderness they were alone, inexplicably determined not to leave one another away despite the end.
Until the death separates them.


[Aileen, the swan of the lost city.]




Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019


Έχει μια μουσικότητα απόψε η βροχή. 
Έτσι όπως πέφτει βαριά σε κάθε υλικό επιφάνειας επάνω. 
Μόνο, αν πέσει πάνω μας, ακούγεται σαν να αγγίζει χορδές σε κοντραμπάσο. \
Περίεργη σύνθεση η ύλη μας.

[Μελωδία]



Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2019

Η ευτυχία έχει γεύση…..

Η ευτυχία έχει γεύση…..

Την κοιτούσε όλο το βράδυ. Να στέκεται δίπλα του με μάτια να λάμπουν σαν φαναράκια που οδηγούσαν κατευθείαν στην ψυχή της.  Περίμεναν την αρχή του Νέου Χρόνου. Κρατούσε το ποτήρι της σαμπάνιας και τα χείλια της γέμιζαν από τη γεύση της.  Γύρισε τότε και της ψιθύρισε στο αυτί της ενώ ήταν μόνοι «Θέλω να σε πιω …..Να γευτώ τη γεύση σου»
Τον κοιτούσε μ΄ αυτό το βλέμμα της, το βαθύ σαν θάλασσα που θα έλεγες ότι ήταν πειραχτικό, ειρωνικό  σαν να ήθελε να τον ακινητοποιήσει σαν αρπαχτικό που αιφνιδιάζει το θήραμά του.  Γύρισε και του είπε σκύβοντας κοντά του «είμαι η σαμπάνια σου; Θα σε μεθύσω…».
Αυτό το βλέμμα έσκιζε τη σάρκα του και το αίμα έτρεχε δυνατό στις φλέβες του. Ακινητοποιήθηκε. Τότε,  άπλωσε το χέρι της και πήρε την παλάμη του. Την άνοιξε  και έτρεξε την κόγχη της υγρής, από τη σαμπάνια, γλώσσας της μέσα στις φλέβες που χαράσσουν λένε το πεπρωμένο και έφτασε μέχρι τις φλέβες του καρπού του.   Ένιωσε τη δροσιά της στο αναμμένο από πόθο κορμί του,  κάτι σαν μυρμήγκια να τρέχουν στη σάρκα του, έτσι ένιωσε την απόκοσμη ανατριχίλα του, όταν τον «γευόταν» εκείνη.  «Ξέρεις, της λέει, οι άνθρωποι δεν γράφουν τη χαρά σε λέξεις, ούτε σε γράμματα, πόσο μάλλον σε ποιήματα και στίχους τραγουδιών.  Συνήθως, όχι πάντα όμως, γιατί οι άνθρωποι την κρατούν εγωιστικά δική τους.  Με τη θλίψη και τον πόνο πλημμυρίζουν την τέχνη τους. Δες όλα τα τραγούδια.  Όλα μιλούν για προδοσία, πόνο, αγάπες που ναυάγησαν και θάνατο.  Ποτέ η χαρά, η ευτυχία δεν έλαχε τέτοιας τιμής και έκτασης αποτύπωσής τους στην  Τέχνη».
Σταμάτησε άξαφνα και τον κοίταξε  ρωτώντας τον «είσαι εσύ τώρα ευτυχισμένος;».  Τα μάτια του την κοίταξαν σχεδόν με στοργή. Το άγριο βλέμμα του επιβήτορα χανόταν σιγά σιγά. «Είμαι όταν σε βλέπω να χαμογελάς. Όταν εδώ, αυτή τη στιγμή τη φευγαλέα, που δεν την αγγίζει ακόμα η νοσταλγία, μου δίνεις αυτήν τη δύναμη να κινήσω την πέτρα από την καρδιά σου».
Άφησε το χέρι του σαν να την χτύπησε ένας δυνατός άνεμος που την πέταξε μακριά από τη σάρκα του. Το αρπακτικό άγγιγμα της μάγισσας έσβησε το ίδιο. Πέτρα στην καρδιά ψιθύρισε, αλλά δεν έβγαλε καν μιλιά.  Όλα μέσα της τα συζητάει και οι ερωτήσεις να κρέμονται από μια λεπτή κλωστή πάνω από το χάος.  Ναι πέτρα και την είδε.
«Ορίστε είδες! Πάλι μελαγχόλησες και τώρα με κάνεις να είμαι λυπημένος»
Έσκασε ένα παιδικό γελάκι στο πρόσωπό της και πετάχτηκε σαν ελατήριο και του έσκασε ένα δυνατό φιλί στα χείλια του. Ήταν τόσο δυνατό που νόμισε ότι του έδινε όλη την ανάσα της.
Το ξημέρωμα του Νέου Χρόνου τους βρήκε σε μια φωλιά από αγκαλιές.  Εκείνος δεν κοιμήθηκε. Ήθελε να επαγρυπνεί να μη χαθεί η ευτυχία του.  Ίσως… για την ευτυχία του, γιατί, για πρώτη φορά δεν τον ένοιαζε αυτό, αλλά να την δει να κοιμάται γαλήνια κοντά του χωρίς τη λύπη της να την σκεπάζει.  Ο ύπνος της ήταν τόσο όμορφος και γλυκός γεμάτος γύρη, σαν λουλούδι που ανασαίνει στο αγκάλιασμα της Άνοιξης.  Μύριζε όλη λουλούδι αλλά όχι ένα.  Πότε γαρδένια, πότε γιασεμί, τριαντάφυλλο.  Λες και ξάπλωσε μαζί της σ΄ έναν κήπο λουλουδιών ποτισμένα με δροσοσταλίδες πέταλα.  Ήταν ευτυχισμένος;
Την ξύπνησε το άρωμα του φρεσκοψημένου καφέ που έφτιαξε εκείνος.  Άπλωσε τα γυμνά της πόδια προσεχτικά σαν πεταλούδα πάνω στα πρώτα βήματα της νέας υπόσχεσης του χρόνου και έτσι γυμνή βρέθηκε να τον αγκαλιάζει καθώς εκείνος έκοβε το ψωμί για το πρωινό.  Του άρεσε να μαγειρεύει.  Η μαγειρική ήταν η δική του τέχνη. Μια τέχνη που μόνο στοργή είχε, αφού πίστευε και τον έκανε να νοιώθει ότι όλα έχουν να κάνουν με την ωραία γεύση.  Ακόμα και η ευτυχία με τη γεύση έχει να κάνει.  Τι στοργή να δίνεις ωραίες γεύσεις και να ταΐζεις έτσι μια άλλη ύπαρξη!
Της άρεσε αυτό το ρήμα «γεύομαι» και πόσο γεμάτο με αισθήσεις ακουγόταν.
Δεν ήξερε ακόμα να του απαντήσει αν ήταν ευτυχισμένη.  Για κάποιους ανθρώπους η ευτυχία μπερδεύεται σε μια χρονική ευθυγράμμιση. Πόσες στιγμές χαράς, ηδονής, παιχνιδιού, γεύσης, παύσης χτίζουν τη λέξη αυτήν «ευτυχία».  Την μπέρδευαν αυτά σαν μια μαθηματική εξίσωση και δεν ήταν ποτέ της καλή στα μαθηματικά, ιδίως, αν ο άγνωστος Χ ήταν ο Έρωτας, οπότε και ο Ερωτών ήταν η λύση της εξίσωσης. Μια απάντηση, από την άλλη, μπορεί να κλείσει μια τέτοια λέξη;
Εκείνος πάλι, δεν την ρώτησε αν είναι ευτυχισμένη.  Δεν ήθελε να την υποχρεώσει, να του δώσει μια απάντηση ή να την χρεώσει ένα αίσθημα που δεν φυτρώνει σε πέτρα επάνω.  Εκείνη όμως το κατάλαβε και όταν γεύτηκε το  petite madeleine με σοκολάτα, που είχε αυτός ψήσει, τον κοίταξε και τον ρωτάει.  «Ξέρεις τι γεύση έχει το  petite madeleine ;».  Την κοίταξε και ήταν έτοιμος να ξεκαρδιστεί στα γέλια, αλλά εκείνο το βλέμμα της ήταν πάλι βαθύ και σοβαρό, οπότε….. «τι γεύση έχει μικρό μου;»
«Ευγνωμοσύνη» απάντησε.  «Η ευτυχία για μένα είναι ευγνωμοσύνη, για όλα, που μένουν σε μια παύση του χρόνου χωρίς την τριβή του, χωρίς να χαθούν πριν καν τα γευτώ».
«Είμαι ευγνώμων. Τώρα είσαι ευτυχισμένος;»
«Είμαι ευτυχισμένος  που είσαι εδώ αυτή τη στιγμή με την ψυχή σου. Καλή χρονιά μικρό μου».

Η ευτυχία, για εκείνη, ήταν ένα φιλί του με γεύση  petite madeleine και για εκείνον……
εκείνο το δυνατό υγρό φιλί με τη γεμάτη γεύση της που του έδωσε.


[Πάει ο παλιός ο Χρόνος].

[Στ. Θ]