Σάββατο 28 Δεκεμβρίου 2019


Το κορίτσι της Le Monde

Σε μια άλλη ζωή,
ήμουν ένα κορίτσι της Le Monde
Αγουροξυπνημενο και πεινασμένο για πάθος και νίκες.
μετρούσα τα φιλιά διαφόρων  αρσενικών στα πόδια μου,
κορτε σε καφέ κοντά στο Jardin  du Luxembourg.
/
το φως με ζεσταίνει.
Πάντα αυτό το φως.
χλωμό και ντροπαλό.
Κάποτε ήμουν σε άλλη χώρα
σε άλλο δέρμα
σε άλλη γυναίκα ...ψυχή /
/
λες;
βαριέμαι τις φλυαρίες των αντρών
φτάνει και αρκεί η δική μου.
και η σιωπή φλύαρη είναι.
/
ωραία ήταν τότε,
στο λευκό τοπίο των σεντονιων
Καμία φλυαρία τα σώματα,
μόνο απλή αναστατωση και άγρια ζωντάνια.
/
Σε μια άλλη ζωή, αφαιρουμαι
και προστιθεμαι υπέροχα.
Σ'.αυτην απλώς διαιρουμαι.
Τα ίδια νέα διαβάζω στη Le Monde  μόνο που  η ημερομηνία αλλάζει.
Χθες ήταν άλλη. Σήμερα άλλη.
Ήμουν κάποτε μια άλλη,  Η ίδια που κοιτάς.

©Στ. Θ.





Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Είμαι η Πιπίνα!.

[Πιπίνα]
Ή Πιπίνα είχε αστείο όνομα και κοντό σώμα.
Ήταν ομορφοάσχημη. Ένα παπί που χωρίς καθρέφτη ήταν κύκνος, με καθρέφτη όμως ...
Με καθρέφτη ήταν πάντα, να είναι αυτό που ήθελε ο εκάστοτε έρωτας.
Στολιζόταν η Πιπίνα λοιπόν με τα ωχρά μάγουλα.
Έναν χειμώνα ο έρωτας, ο εκάστοτε, την ήθελε γεματούλα. Έτρωγε η Πιπίνα για να στρογγυλεύουν οι αιχμηρές γωνίες του μυαλού της.
Άλλοτε πάλι,  ο δείνα έρωτας την ήθελε αδύνατη και ψηλή σαν το λαιμό στρουθοκαμήλας. Ντυνόταν λοιπόν η Πιπίνα στον καθρέφτη της, ταϊσμένη με νερό και χόρτα, αδύνατη ....άντε όσο μπορούσε... και ανεβασμένη στα ιλιγγιώδη τακούνια της.
Τακούνια, μεγάλη ιστορία τα τακούνια.
Δεν ήταν η επιδέξια ισορροπία στο λίκνισμα της θηλυκής υπόστασης, δεν ήταν το θέμα στο ερωτικό κάλεσμα της λεκάνης.
Όχι, ήταν η ανισορροπία του μέτρου ψευδοανύψωσης με το σκελετό της.
Η Πιπίνα Ψήλωνε, φάρδαινε, έμπαινε σε νούμερα και σε καλούπια. Μιλούσε λίγο, μιλούσε πολύ, αναλόγως τον έρωτα.
Τεντωνόταν στις άκρες της ζωής της, λες και τεντωνόταν να δει έναν γκρεμό.
Και ο εκάστοτε έρωτας την άνοιγε και την έκλεινε σαν να έπαιζαν ακορντεόν, κάθε φορά άλλο τραγούδι, άλλο τραγούδι με ίδιους στίχους
Έτσι, η Πιπίνα στον καθρέφτη ήταν μια άλλη.
Μια μέρα με βροχή, μπερδεύτηκε η εικόνα στον καθρέφτη.
Βάζει ένα τακούνι ψηλό και αφήνει γυμνό το άλλο.
Δεν ήξερε ποιο μπόι να βάλει. Ποια γυναίκα να είναι.
Μπερδεύτηκε η Πιπίνα.
Να ντυθεί χειμώνας;. Να ντυθεί Άνοιξη; Καλοκαίρι, Φθινόπωρο;
Υπήρχε άλλη εποχή να γίνει; Η γυναίκα του κάθε έρωτα.
Δάκρυσε  η Πιπίνα. Ήταν άσχημη έλεγε ο καθρέφτης.
Ω ναι ήταν άσχημη.
Και σπάει τον καθρέφτη της.
Μικρά κομματάκια ραγισμένα έδειχναν το ένα τη μύτη, το άλλο πόδι, το άλλο το χέρι.
Όλες οι γυναίκες που έγινε η Πιπίνα την κοιτούσαν κατάματα.

Κομμάτι, κομμάτι διαλυμένη στην απόκοσμη ησυχία του δωματίου της, η φωνή της άνοιξε διάπλατα το στέρνο της και βγαίνοντας  με ορμή νερού που σπάει φράκτη, φώναξε:

Είμαι η Πιπίνα!.

© Στ. Θ.