Κυριακή, 13 Ιουλίου 2014

Κανείς από τους δύο δεν γνώριζε ότι το παιχνίδι είχε ξεκινήσει ερήμην τους.  Νόμιζαν ότι ως παίκτες θα όριζαν και τους κανόνες.  Άρχισαν να κρύβονται μέσα σε ομίχλες και λέξεις που ούτε πρόταση δεν σχημάτιζαν για να ολοκληρώσουν την αποστολή τους στην αμφισημία.  Εκείνος πιο λεπίδα, έκοβε τις ανάσες της με ένα βλέμμα του και εκείνη πιο κρυστάλλινη του καθρέφτιζε την άβυσσο.  Κάθε άγγιγμα πάνω στα κορμιά και στη σκέψη τους ήταν σαν μικρά μυρμηγκάκια που κουβαλούσαν κομμάτια ηδονής στα κορμιά τους.  Ποτέ δεν είχαν καταλάβει, ούτε εκείνος, αλλά ούτε και εκείνη, ότι το παιχνίδι ήταν οι ίδιοι και φυσικά με τίποτα οι παίκτες του.  Άλλοι ήταν οι παίκτες και αυτοί τα πιόνια ή το στοίχημα.
Αυτή ανίχνευε, ωστόσο,  κάθε σημείο επάνω του, όπως το λακκάκι που κρεμόταν στο γκρεμό του αχνού χαμόγελού του, αυτού που σχηματιζόταν σαν υποψία νίκης στο παιχνίδι του.  Απομνημόνευε κάθε ρυτίδα στο κούτελό του για να μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις του.  Έλεγε, στο μέσα της, ότι κάθε μια από αυτές τις αυλακιές την οδηγούν στην ψυχή του.  Τον διάβαζε συνέχεια, τον καθρέφτιζε συνέχεια.  Τον θαύμαζε έτσι που αυτός ξεγλιστρούσε σε ρόλους ανέγγιχτους από σκηνοθεσία.  Τον λάτρευε σαν δάσκαλο,  σαν μέντορα και τον ερωτευόταν σε κάθε περιπέτεια του μυαλού της μαζί του.
Ακόμα και τη μικρή ελιά στο μάγουλό του τη θεωρούσε σαν σημάδι της ιστορίας του. Πάντα ήθελε να τον φιλάει εκεί πρώτα, πριν τα χείλια της, σαν πεταλούδα, ακουμπήσουν τα στεγνά του χείλια. Του άρεσε η δροσιά του φιλιού της. 
Εκείνος, επαναλαμβάνω, έπαιζε σε ρόλους ανέγγιχτους από σκηνοθεσία.  Πότε γινόταν εραστής της και πότε κλέφτης και πότε δικαστής της.  Της έδινε ότι διψούσε η ψυχή της. Το Παιχνίδι.  Γλιστρούσε την αδιαφορία του σαν λεπίδα πάνω στη καρδιά της καμιά φορά με σαδισμό.  Ωστόσο, τη θαύμαζε αυτήν την καρδιά που χτυπούσε δυνατά και με πάθος.  Υπήρχαν φορές που έμπηζε τη λεπίδα των ματιών του για να δει με πόση πίεση θα ανάβλυζε αγάπη.  Αγάπη και πόθο για εκείνον. Πόθο.
Με κάθε άγγιγμά του, μετά, την έντυνε ιερά στοργή γιατί ήταν εντελώς τρωτή στα χέρια του.  Αυτό δεν το άντεχε να το νοιώθει.  Τρωτή σαν μωρό που γεννιόταν από τη γη του, όχι από το σώμα του σαν δικό του αίμα, αλλά από τη γη του.  Εκείνη πάλι του έλεγε συνέχεια ότι ήταν μια θάλασσα, αλλά εκείνος γη την ένιωθε.  Κόρη θαλασσινού, άλλωστε, πως αλλιώς να του το εξηγήσει και πάλι πως αλλιώς να το δεχτεί αυτός, καθώς μόνο από γη γνώριζε, από γη γεννήθηκε.
Το παιχνίδι δεν παιζόταν ωστόσο από εκείνους. Ο νικητής δεν θα έκλεινε την ιστορία τους με το θρίαμβο του τέλους.  Δεν υπήρχε θρίαμβος όταν έπεφτε η νύχτα και εκείνη ανήσυχη σκεπαζόταν με τις σκιές της μοναχικής κάμαράς της.  Εκείνος, πάλι, δεν κοιμόταν παρά σχεδόν ξημερώματα για να φυλάει τα όνειρα να μην χαθούν από την καρδιά της.  Δεν υπήρχε πια ο σαδισμός, παρά μόνο η ανάγκη του να την προστατεύσει από εκείνον.  Είχε γίνει σκιά μέσα στα σκοτάδια της που ζούσε από το αμυδρό φωτισμό της ψυχής του.
Κάθε αυγή την περίμενε σαν ανάσα για μια ζωή που θα ξεκινούσε για εκείνον μακριά από τους πόνους του κορμιού του, αλλά κυρίως πέρα από την αγωνία του να επιβιώσει.  Να επιβιώσει σαν ποιον όμως;  Μέσα σε ποιο ρόλο να ντυθεί αφού όλα πια μέσα του έγιναν ένας άνθρωπος;  Αυτός!
 Έτσι, στην ιστορία αυτή, το παιχνίδι δεν μπορούσε να τελειώσει, καθώς οι παίκτες το άφηναν ατελές. Ήταν ατελής και ο έρωτας και η μοίρα, οπότε δεν υπήρχε ούτε τέλος, ούτε τελεία στις λέξεις που έμεναν μετέωρες σαν φαναράκια πάνω στη διαδρομή τους. Σκιές έγιναν όλα, μέσα στα κλειστά κουτάκια του μυαλού τους.
Γύρισε και τη φίλησε δυνατά στα χείλια και εκείνα μάτωσαν.  Δεν ήταν ο πόνος που την τράνταξε συθέμελα.  Ήταν η δύναμη της λαχτάρας του να μην την χάσει στο παιχνίδι.
Δεν υπήρξε όμως ποτέ παιχνίδι….. μια ατελής ιστορία ήταν, έτσι νόμισαν κάποια στιγμή.

~Η ατελής ιστορία~