Σάββατο, 31 Μαΐου 2014

Μια ζωή απούσα. Καταβροχθισμένη/εκλιπούσα/αγωνιούσα.
Ένα φόρεμα αδειανό, που μόνο πάνω του στέκονται απόηχοι....
Κρεμάω όνειρα κάθε βράδυ και στάλες από ιδρώτα.
Σκόνταψα στην πάλη μου με τους δρόμους.
Τώρα, θα πω μια προσευχή για την αναίρεση του χορού μου/
ξυπόλητη με θέλει η συγγνώμη να περπατήσω ....


Τρίτη, 27 Μαΐου 2014

Κανείς δεν ξέρει τι είναι να μην υπάρχεις. Έρχεται ένα γεγονός που σου βάζει στα πόδια αλυσίδες σαν και αυτές που έχουν οι βαρυποινίτες. Απλά κινείσαι σαν μια φιγούρα χωρίς ψυχή, ναι πες και σκιά (πόσο αγαπώ τελικά αυτή τη λέξη) και μέσα στο κελί σου απλά γρατζουνάς γραμμές για ημερολόγιο. Νομίζεις ότι δεν θα φύγεις ποτέ πια από εκεί. Δεν υπάρχεις απλά. Ούτε για τον ήλιο, ούτε για τη σελήνη, ούτε για την αγάπη, ούτε για το γέλιο, ούτε για ό,τι υπόλοιποι νομίζουν ότι ζουν.
Έτσι μένεις εσύ και η σκιά σου. Τελικά έρχεται η σκέψη σου και γκρεμίζει χρόνους, τοίχους πόνους, αλήθειες, ενοχές, ποινές.... σπάει τις αλυσίδες.
Είσαι ελεύθερος.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Την κοιτούσε, χωρίς εκείνη να γνωρίζει. Είχε φύγει μια μέρα που της είπε ότι πεθαίνει για εκείνη. "Πεθαίνω για σένα....." και θάφτηκε μέσα σε μια σκοτεινή σιωπή έκτοτε. Δεν άντεχε να τη βλέπει μακριά του. Δεν άντεχε να ζει μακριά της χωρίς να ξέρει που πηγαίνει ξυπόλητη στα όνειρά της. Για εκείνον ήταν ένα κορίτσι σε σώμα γυναίκας που κοιμόταν αγκαλιά με λούτρινα κουκλάκια. Εκείνη πάλι δεν μπορούσε χωρίς να τον ξυπνήσει το πρωί πολύ νωρίς. Πάντα το ίδιο μήνυμα "Καλημέρα σήκω, πρέπει να ετοιμαστείς. Φόρα την ωραία γραβάτα που κρέμονται αξιοπρέπειες και prestige και στείλε ένα χαμόγελο να λάμψει η μέρα μου" Πείσμα να τον σηκώνει, να τον ετοιμάζει για τη μάχη του. Τα βράδια πάλι εκείνος αργά πολύ αργά βαθιά μέσα στον κόλπο της νύχτας, της έλεγε "Όνειρα γλυκά". Εκείνη δεν απαντούσε ποτέ. Κοιμόταν. Τότε άρχισε να ζηλεύει τα όνειρά της. Κάθε απόσταση γινόταν πιο σκληρή για εκείνον. Πάει λίγος καιρός που έχανε τις μάχες, τη μία μετά την άλλη. Στην όμορφη ακριβή γραβάτα του και στα ασημένια μανικετόκουμπά του δεν κρέμονταν πια παράσημα νίκης, αλλά χαλίκια. Όλα έγιναν βάρος, ακόμα και η στοργή της, το παιχνίδι της, το χαμόγελό της. Ένιωθε λίγος για εκείνη, που την έβλεπε ηλιαχτίδα του. Σε τέτοια λάμψη που είχαν τα μάτια της που να βρεθούν τα κότσια να την αγκαλιάσει; Μέρα με τη μέρα χανόταν και γινόταν σκιά. Άρχισε να τη μισεί. Τον ταύτιζε με έναν δυνατό μαχητή, αυτόν τον γονατισμένο από τους μηδενισμούς του. Το πείσμα της να τον κάνει να μάχεται, τον αποδυνάμωνε περισσότερο. Ήταν τόσο κουρασμένος.
Την κοιτούσε χωρίς εκείνη να γνωρίζει γιατί την αγαπούσε στον σταυρό που την κάρφωσε όταν η σιωπή έγινε η μόνη λύση......για εκείνον. Ήταν πια ηττημένος, αλλά όχι λυτρωμένος και εκείνη μαζί του και χώρια έγινε θάλασσα.