Σάββατο, 10 Ιανουαρίου 2015

Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν από ένα απροσδόκητο μήνυμα στο κινητό ξημερώματα, πολύ ξημερώματα.  Νομίζω, με το νέο ωράριο της εποχής μας, ούτε ο κόκορας, αν ζούσα σε χωριό, δεν θα είχε ακόμα λαλήσει.  Έλα όμως που λάλησε ο σεισμός και από σεισμούς, είναι ό,τι πιο δυνατό βιώνω, μετά το αποκορύφωμα των σφυγμών μου στο τελείωμα του «θανάτου». Έτσι μου μοιάζει ο οργασμός μου τουλάχιστον.  Σε κάθε κούνημα της γης, πετάγεται πρώτα η καρδιά να την κάνει προς έξοδο διαφυγής και μετά τα πόδια μου και που να πάρει είναι ασήκωτα όταν το σώμα βρίσκεται σε «ουράνια» όνειρα. Γιατί και εκεί η βαρύτητα υπάρχει και ας λένε ότι όσο ανεβαίνεις ως πνεύμα ελαφρώνεις. Αν έβλεπα εφιάλτες, θαρρώ, ο συντονισμός των οργάνων του σώματος - καρδιάς και ποδιών - θα ήταν σίγουρα πιο καλός.  Άρχισε να κουνάει και εγώ να ψάχνω παντόφλες και ρόμπα να ρίξω στο υπνωτισμένο μου σώμα για να την κάνω σε σημείο «αντισεισμικό».  Έπιασα και τη τσάντα μη μείνω  χωρίς λεφτά και κλειδιά. Τα μυαλά μου δεν με πολύ ενδιέφεραν, άλλωστε, μόνο προβλήματα προκαλούσε η οξύνοια στη ζωή μου.  Η καρδιά μου, δε από καιρό, να είναι ξεκούρδιστη και σε μόνιμο λήθαργο.   Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε το κούνια μπέλα της γης αλλά εμένα μου φάνηκε αιώνας και οι παλμοί μου άρχισαν να τρελαίνονται.  Ο σεισμός σταμάτησε αλλά δεν ηρεμούσε η καρδιά μου.  Αυτή χόρευε σάμπα; μάμπο; τα παπάκια;  δεν ξέρω…. αλλά χτυπούσε δυνατά και απόλυτη ησυχία παντού. Ούτε σκύλος να ουρλιάζει, ούτε αυτοκίνητο να περνά απ΄ έξω στο μουχλιασμένο σκοτάδι.  Ησυχία!  Ξαφνικά, χτυπάει το κινητό και λαμβάνω μήνυμα που λέει «Φοβήθηκες;».  Ήταν μια γνωριμία  σ΄ ένα συνέδριο για το χρόνο και το χάος και καθόμασταν δίπλα δίπλα.  Αυτός πως στο καλό κουνήθηκε; αφού μένει σε άλλη πόλη, να μην πω σε άλλο σύμπαν.  Απάντησα Ναι!
«Κοιμήσου δεν θα γίνει άλλος» γράφει πίσω.  Τι γλυκό καθησυχαστικό, νανουριστικό μήνυμα γράφει ο τύπος.  Πήγα και κουλουριάστηκα στο κρεβάτι γεμάτο λούτρινα κουκλάκια.  Κάποιοι άνθρωποι, ακόμα στην ψυχοσύνθεση, στα λούτρινα μένουν αγκαλιά, ακόμα…..
Σηκώθηκα αργά προς το μεσημέρι. Ευτυχώς ήταν Σάββατο και έτσι δεν έχασα τη διαδρομή: σπίτι-γραφείο-σπίτι και μ΄ ένα σώμα γεμάτο κιλά σκέψεων και βαρετών εικόνων.  Έριξα νερό στο πρόσωπο και η μάσκαρα που είχε απομείνει άρχισε να τρέχει από τα μάτια.  Με κοιτώ στον καθρέφτη και μου φάνηκα μουτζουρωμένη και τραγικά άσχημη.  Ναι άσχημη.  Βρε τι μουτζούρωμα τραβάει η στιγμή.  Αν ήταν εδώ εκείνος θα τον ρωτούσα.  «Φοβάσαι;».  Έχω μια ακαταμάχητη ροπή να εκμηδενίζω τον ηρωισμό των αντρών. 
Μήνυμα ελήφθη.  Τα νερά ακόμα να τρέχουν στο πρόσωπο να ξεπλένουν τη μπογιά και τη νύστα. «Ξύπνησες;».  Τι στο καλό με κάμερα με βλέπει; 
-Ναι μόλις. 
-Ωραία ντύσου και θα έρθω να σε πάρω
-που θα έρθεις;
-σε μία ώρα να είσαι έτοιμη
-μισό, ξέρεις που θα έρθεις;
-για σένα ξέρω τα πάντα…..
Πέταξα τη ρόμπα και χώθηκα στο ντους, γαμώτο μαλλιά να λούσω.
Τα πάντα ξέρει.! Μου φάνηκε τόσο ρομαντικό αυτό.  Να διαβάζει τα μάτια σου και την ιστορία σου στο σώμα σου. Να σε διαβάζει νοερά σαν διήγημα που το απολαμβάνει. Να σε ψάχνει, να σε βρει μέσα στο πλήθος.  Να ξέρει πότε φοβάσαι, πεινάς, κρυώνεις, κλαις βουβά, τρως κρυφά και βουλιμικά τη σοκολάτα στο ψυγείο τη νύχτα.  Στο τελευταίο σημείο, πατάω stop και play back.  Ωχ! να τρώω τη σοκολάτα.  Όχι ποτέ!  Η τρικυμία της καρδιάς δεν είναι για μοιράσματα της ιερής σοκολάτας μου.!  Ποτέ και κάνω delete.
       Η ντουλάπα ανοίγει και ένα χάος, καλά τακτοποιημένων στην κρεμάστρα ρούχων, με αγχώνει τρομερά.  Τι φοράνε τώρα;  Μόλις που ξεμύτισε δειλά η Άνοιξη.
Βάζω ένα κόκκινο φόρεμα.  Γαμώτο πετάει η κοιλίτσα. Το βγάζω.  Επιλέγω ένα floral με ανοικτό ντεκολτέ. Ωχ! άστο, το βγάζω, να μην προκαλέσω κιόλας.  Η ώρα κυλούσε και ακόμα τα μαλλάκια βρεγμένα και είχα να βαφτώ και να επιλέξω άρωμα. Με πιάνω βραχυκυκλωμένη και άρχισα και να κρυώνω. Τι στο καλό, τόσα χρόνια θητείας μοιραίας γυναίκας και ξαφνικά να μην ξέρω πώς να σουλουπωθώ; Το χειρότερο είναι ότι η ώρα δεν μου φτάνει!  Στεγνώνω τα μαλλιά και τα σηκώνω επάνω. Επιλέγω τελικά το μαύρο εφαρμοστό με μανίκια φόρεμα και κλειστό μέχρι επάνω.  Ευτυχώς η κοιλίτσα δε φαίνεται.  Κλειστό εντελώς.  Αρχίζω το βάψιμο. Βάση make up, πούδρα, eye liner, λίγο ρουζ και βυσσινί κραγιόν. Μεγάλη ιεροτελεστία αυτό. Τέλος, βάζω ένα κολιέ μακρύ με πέρλες και τα ασορτί σκουλαρίκια. Πέρλες μεσημεριάτικα;  Τα βγάζω.  Στο τέλος, νιώθω εξαντλημένη από όλο αυτό.  Αλλά, έλα που δεν μπορούσα να πω όχι μην έρθεις.  Κάτι με πήγαινε σε εκείνον… στο λιτό καθησυχαστικό μήνυμά του.
Χτύπησε το κινητό ξανά.  «Είσαι έτοιμη;»
Κοκάλωσαν τα δάχτυλα ξαφνικά.  Έβλεπα το μήνυμα και δεν μπορούσα να καταλάβω τι διάβαζα.  Ωραία, εγκεφαλικό επεισόδιο έπαθα…. Μου φάνηκε πως ψιθύρισα, αλλά δεν άκουσα τη φωνή  μου, γιατί ούτε να μιλήσω μπορούσα.  Κλείδωμα του σώματος. Μαρμάρωσα. Τι έπαθα;  Όλα ακινητοποιήθηκαν μέσα μου και γύρω μου.
Δεύτερο μήνυμα «Φοβάσαι;»
-Φοβάμαι!  Ναι.
-Μην φοβάσαι. Κοίτα θα κάνω ένα γύρο το τετράγωνο. Αν δεν έχεις κατέβει… θα φύγω.
       Περίμενα στην άκρη του πεζοδρομίου αλλά είχε φύγει. Θα περίμενα εκεί κάπου 5 λεπτά. Έφυγε!  Τι δειλή που έγινα……
Περπάτησα μέχρι την άλλη άκρη να πάω να πάρω τσιγάρα από το mini market στη γωνία. Τι δειλή που είμαι. Αυτό φώναζε επαναλαμβανόμενα το μέσα μου. Πολύ θόρυβο κάνει ο εαυτός μας όταν μας μαλώνει!  Ήρθε ολόκληρο ταξίδι για να με δει και εγώ δείλιασα.
Μήνυμα ελήφθη.  «Δεν έφυγα, είμαι εδώ».
       Άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου και του είπα χωρίς καν να χαμογελάσω, ενώ έλυνα τα μαλλιά μου ελεύθερα.
«Πάρε με από τον φόβο μου.  Μακριά».
Χαμογέλασε και έβαλε μπρος τη μηχανή. Χαθήκαμε στο δρόμο με τις ολάνθιστες αμυγδαλιές. Έτσι μου φάνηκε το τοπίο. Να βρέχει άνθη αμυγδαλιάς και ο φόβος μου….


Τον άφησα κρεμασμένο στην ντουλάπα μαζί με τις πέρλες.







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου