Σάββατο, 19 Μαρτίου 2016

[Η κούνια του Νεύτωνα]

Ξημέρωνε και βράδιαζε πάντα στην ίδια ώρα.  Ούτε πριν, ούτε μετά δεν ξέφευγε λεπτό από αυτή τη σειρά τη λατρεμένη του.  Μεγάλο πράγμα η εμμονή.  Σου δίνει μια απίστευτη αίσθηση σιγουριάς και ελέγχου.  Προγραμματισμένα όλα, ακόμα και οι φοβίες και οι αναγκαιότητες.  Τίποτα ξένο, όλα οικεία. Τίποτα απροσδόκητο,  τα  πάντα  προβλέψιμα.  Όλα στους  χτύπους της κούνιας του Νεύτωνα. Η μία μπίλια χτυπά την άλλη και πέρα-δώθε κουνιούνται όπως και οι σκέψεις του με ένα συγκεκριμένο ήχο.  Έτσι και η καρδιά του με το ίδιο μονότονο ρυθμό χτυπούσε. Καμία φλέβα δεν τονίζεται στο λαιμό του από θυμό ή στους καρπούς των χεριών του δεν θα έβλεπες το  πάθος.  Κανένα πάθος λοιπόν γιατί αυτό, θα ήταν το απρόσμενο, η ανατροπή από το ρυθμό του, ο θάνατος του ελέγχου του.

Έτρωγε σχεδόν πάντα το ίδιο menu. Τα χείλια του έσφιγγαν στις γεύσεις των φιλιών από τα κόκκινα χείλια των ερωμένων του.  Φιλούσε και δεν φιλούσε, γιατί το φιλί για αυτόν, ήταν επικίνδυνο.  Εκείνες νόμιζαν ότι ήταν απλώς ο ερωτικός του τρόπος, αλλά για εκείνον ήταν κάτι  άλλο.  Ήταν η ανατροπή του ρυθμού και τον πολύτιμο  ρυθμό του δεν άντεχε να τον χάσει.  Έτσι, καμία γυναίκα δεν μπορούσε να τον αγγίξει αληθινά πέρα από το ρεπερτόριο που μοιραζόταν μαζί του στο κρεβάτι.  Ωστόσο, ποτέ αυτός δεν τις άφηνε ανικανοποίητες.  Η καθεμιά τους ήταν και ένα σταμάτημα στο χρόνο του και η κούνια του Νεύτωνα συνέχιζε να ηχεί ρυθμικά στον ίδιους τόνους.

Ντυνόταν σχεδόν μονότονα.  Τα  χρώματα τον περιόριζαν σε μια αγανάκτηση χαμένου χρόνου για επιλογή και συνδυασμούς.  Δεν έχει σημασία η απόχρωση γιατί όσο περισσότερο λιτά μιλούσε το ντύσιμό του, τόσο πιο περιττό ήταν να περιγράψει τον εαυτό του σε μια διαπροσωπική επαφή.  Όλα απλά λοιπόν ακόμα και ο ρυθμός ανέπαφος στην κούνια του Νεύτωνα.

Οι φίλοι του λίγοι και αυτοί.  Οι κοινωνικοί του κύκλοι πολλοί και διάφοροι.  Ο χρόνος στεγνός και κλειστός σε διαδρομές πολύ προγραμματισμένες. Τα χιλιόμετρα αμέτρητα στα πόδια του και οι ανάσες του λαχανιασμένες από ένα αδιάκοπο σφυροκόπημα του άγχους να τα τρέξει όλα και τα έτρεχε ως easy rider πάνω σε δύο πολυτελείς ρόδες σε μια άσφαλτο γεμάτη φλόγες.

Η γνωριμία τους απρόσμενη όμως.  Εκείνη, μια σταγόνα μελαγχολίας στο βλέμμα της αρκούσε να ακουμπήσει για λίγο στη σάρκα του και να τον ηλεκτρίσει.  Δεν άργησαν να βρεθούν σε μια ευθυγράμμιση μαζί.  Απορροφούσε ο ένας τον άλλον σαν στεγνά σφουγγάρια που διψούσαν για σκέψεις και αγγίγματα ....παντού.  Ήταν μια περιπέτεια εκείνη και εκείνος μια μυστηριώδη διαδρομή στο σκοτάδι.  Τους άρεσε αυτό το σκοτάδι. Τους άρεσε η τυφλή ανίχνευση του ενός στον άλλον. Όμως, ο ρυθμός απομακρυνόταν όταν ήταν κοντά της.  Σαν να χανόταν η ρουτίνα του μέσα σε ένα πυκνό δάσος και εκεί εγκλωβισμένη θα έσβηνε.  Τα μάτια τους μιλούσαν μια απίστευτη επιθυμία και μια έλξη ακατανίκητη.  Μια σταγόνα του φιλιού της πάνω στη σάρκα του και ηλεκτριζόταν και οι ήσυχες φλέβες στο κορμί του ήταν έτοιμες να σπάσουν από ηδονή.  Ο ρυθμός χανόταν.  Ο έλεγχος των συναισθημάτων χανόταν. Η μονοτονία  θα έσβηνε.  Ο έρωτας άρχισε να απειλεί τον έλεγχο που δάμαζε στη ζωή.  Έμπαινε μέσα στο μυαλό του η εικόνα της, ακόμα και όταν αυτή ήταν μακριά του και κυριαρχούσε στην αυτοκρατορεία των εμμονών του.  Άρχισε ο πόλεμος. Άρχισε να φεύγει.....


Ήταν επιτακτική ανάγκη να ζήσει όπως ήξερε. Μόνος και κυρίαρχος μέσα σε επιτυχίες που γλιστρούσαν απαλά στην αψεγάδιαστη καθημερινότητά του. Ο ρυθμός ακουγόταν πιο δυνατά πάλι. Πιο δυνατά και από τους χτύπους της καρδιά του.  Μια μέρα της είπε «μικρή μου έχεις μια αυθάδεια ανάμεσα στα σκέλια σου και στο μυαλό σου. Μια ιεροσυλία στο ναό των αρσενικών και ο ναός των αρσενικών είναι η εξουσία, θα φας τα μούτρα σου, για το καλό σου σταμάτα». Δεν το άκουγε.  Δεν τον φοβήθηκε.  Με την ίδια αυθάδεια μπήκε στη φυλακή για εκείνον και σαν κατάδικη καρδιά μέρα νύχτα, στιγμή - στιγμή, του έγραφε πότε σε παροξυσμό και πότε σε εγκαταλελειμμένες ελπίδες να την ελευθερώσει.  Την πότισε εμμονή.  Ήταν τόσο ελεύθερη και τόσο ατίθαση. Μια ιεροσυλία στην εξουσία του! Ένας έρωτας αιχμαλωτισμένος της.

Ξημέρωνε και βράδιαζε την ίδια ώρα. Τα μάτια του γεμάτα από τη φωτιά των πρώτων αχτίνων του ήλιου ή καμιά φορά σαν θάλασσα λυπημένη.  Την άκουγε να ανασαίνει αργά, διαλυμένη από την πάλη της να ξεφύγει απο τη φυλακή του και την άκουγε πριν φύγει για τις υποθέσεις του και πριν αποκοιμηθεί.  Ήξερε ότι όσο δεν της έλεγε αντίο, εκείνη θα ήταν πάντα δική του, αιχμάλωτη στη φωτιά της για εκείνον και τα λουλουδια μοσχομυρίζουν όταν καίγονται.  Έγινε βιβλίο, έγινε ποίημα που βγήκε απο τις φλέβες του όταν χτυπούσαν πολύ δυνατά όταν της έκανε έρωτα.
Και η κούνια του Νεύτωνα σταμάτησε να ηχεί στο μονότονο ρυθμό του. Τα σφαιρίδια ακινητοποιήθηκαν εντελώς, αλλά αυτός δεν το πρόσεξε.  Είχε εκείνη πια ντυμένη σε μονόχρωμες πινελιές, λιτή σαν εκείνον, με μια καρδιά να χτυπά σαν μια αγάπη γκρεμισμένη
γιατι εκείνος,

ήταν η εμμονή [της].  




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου