Τρίτη, 20 Οκτωβρίου 2015

Κοιμήθηκα πάλι. 
Έγειρε το κορμί μου σαν μολύβι στον καναπέ.
Αφημένο και κέρινο, έτσι  λες και παρακαλούσε ένα θάνατο αλλά μισό.
Ξύπνησα αλλά δεν ξύπνησα σε πραγματικό χρόνο.
Ξύπνησα όμως και μου είχαν αναθέσει μια αποστολή!
«θα πας αυτό το πιάτο με τα τέσσερα κεφτεδάκια και μισό, στον κύριο
με τα σιωπηλά παράθυρα».
Μα! Ρώτησα, τέσσερα κεφτεδάκια και μισό! Γιατί μισό;
«Σιωπή! Αυτή είναι η δουλειά σου και μην τα πετάξεις κάτω».
Πέρασα από ένα μισοσκεπασμένο καθρέφτη μεγάλο και με χρυσή κορνίζα,
φλύαρο σε ξύλινο κέντημα στερεωμένο και κοίταξα τον εαυτό μου:
Ένα λεπτό σε ύφανση  λευκό μπλουζάκι σαν να ήταν φτιαγμένο από νεκρική γάζα  σκέπαζε το σώμα μου επάνω και μια μαύρη πλισέ φούστα μισοσκέπαζε την λεκάνη μου και πρόβαλε τα γυμνά λευκά πόδια, σαν τσουρεκάκια.
και στα πόδια, η γη απο κάτω, επικίνδυνα αφημένη να την καταπατούν........

Θυμάμαι ότι κρύωνα πολύ και πεινούσα. Η διαδρομή τεράστια και τα βήματα...
Ένα ένα - ένα ένα, αργά και νωχελικά.  Αχ και αυτή η ισορροπία να κρατώ τα τέσσερα
κεφτεδάκια και μισό στον πάτο του πιάτου,  μπας και ξεφύγουν σαν μικρά ξωτικά από το πιάτο προς τον γκρεμό της ελευθερίας....
Αχ πόσο πεινούσα! Αχ  πόσο κρύωνα! Αχ πόσο πεινούσα και πονούσα από τη γη που
ξέσκιζε το δέρμα μου σαν ηφαίστειο καιόμενο, σαν πυρετός.
Νομίζω ανέβαινε μέχρι τα χείλια μου που στέγνωνε, που διψούσαν, διψούσαν......
Μονολογούσα.  Είναι δυνατόν τέσσερα κεφτεδάκια και μισό;  Τι το θέλει το μισό;
Γιατί να μην το φάω τώρα που το λαχταρώ, που πεινώ.  Αχ πόσο πεινώ!
Κανείς δεν θέλει μισά πράγματα.  Μισή ζωή. Μισή Ανάσα, Μισό έρωτα!
Ο άνθρωπος πεινάει  για το όλο του.  Τι το θέλει το μισό...... κεφτεδάκι;

Πέρασαν ώρες και εγώ να κρατώ μια δυσβάσταχτη αποστολή.  Ένα πιάτο με τέσσερα κεφτεδάκια και μισό για τον κύριο με τα σιωπηλά παράθυρα.
Σε μια στροφή του διαδρόμου, ίσως να ήμουν σε ξενοδοχείο, απροσδιόριστος ο χώρος,
Η γη....
Σε εκείνη τη στροφή μισοζαλισμένη από την απελπισία μου ένα κεφτεδάκι  κύλησε πάνω μου.
Γεμάτο σάλτσες κόκκινες ήταν σαν αίμα να απλώθηκε από μια πλήγη που δεν προκλήθηκε από το «τίποτα», μόνο από τη δίψα και την πείνα μου. Η ρώγα στο βυζί φύτρωσε προκλητικά σαν να ήθελε αυτήν την ηδονή,  το άγγιγμα! 
Αχ γιατί να μην ήταν εκείνο το μισό κεφτεδάκι;  Αχ  γιατί τόσο μοιραία άδοξη η στιγμή;
Κραυγή ξεπήδησε από  το λαρύγγι μου και διπλώθηκα στα δύο .  Γονάτισα και ακούμπησα το πιάτο στο δάπεδο.  Πόσο πόνος η ματαίωση της πτώσης......
Πόσο άδικο να ξέρω ότι εκείνο το μισό κομμάτι από το ολόκληρο θα μου έδινε ευτυχία και όμως, δεν τολμούσα να το πιάσω και να το καταβροχθίσω. Να ξεπεινάσω, να δροσιστώ από ηδονή και χόρταση και ας ήταν μισό κομμάτι.
Ο άνθρωπος στο Τίποτα πεινά για το μισό, το μισοτελειωμένο, το μάταιο.

Τέσσερα κεφτεδάκια και μισό.....
Ξύπνησα και τα παράθυρα ανοιχτά σε ένα σκοτάδι  ενός κόσμου πεινασμένου, ήταν η Γη μου.  Ήμουν εγώ, εκεί στο Απέραντο του, αφημένη σαν πυρωμένο χώμα.

Ξύπνησα στο δωμάτιο με τα σιωπηλά παράθυρα με τέσσερα κεφτεφάκια και μισό δίπλα μου.

[τέσσερα κεφτεδάκια και μισό]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου